Θάνος Τοκάκης Συνέντευξη
«Το να έρθεις έστω κι ένα δέκατο του εκατοστού πιο κοντά, να αποκτήσεις μια μικρή ενσυναίσθηση, τότε κάτι έχει γίνει.»
Ο Θάνος Τοκάκης είναι ένας ηθοποιός με σταθερή πορεία σε θέατρο, κινηματογράφο και με συμμετοχές σε δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές. Το 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο Χορν για την ερμηνεία του στον ρόλο του Σερ Αντριου στη «Δωδέκατη νύχτα» του Ουίλιαμ Σέξπιρ, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, ενώ το 2020 απέσπασε το Βραβείο Β' Ανδρικού Ρόλου στα βραβεία Ιρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου για την «Ευτυχία» του Αγγελου Φραντζή όπου υποδυόταν τον Λουκά. Εχει υπογράψει το σενάριο της μικρού μήκους ταινίας «Καουμπόης» (σκην. Γιάννης Χαριτίδης, 2017) και έχει σκηνοθετήσει τη μικρού μήκους ταινία «Tokakis or What’s My Name» (2020).
Με αφορμή τη συμμετοχή του στη διεθνή ταινία «I Was a Stranger» (2024) του Μπραντ Αντερσεν, όπου συμπρωταγωνιστεί με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη σε μια ιστορία εμπνευσμένη από τον πόλεμο στη Συρία, το προσφυγικό ζήτημα και τη δράση του επονομαζόμενου «ήρωα του Αιγαίου», Λέσβιου υποπλοίαρχου του Λιμενικού Σώματος Κυριάκου Παπαδόπουλου -ο οποίος στο πλαίσιο των καθηκόντων του στην προσφυγική κρίση των ετών 2015 και επόμενων, διέσωσε χιλιάδες πρόσφυγες, τιμήθηκε για το έργο του από την Προεδρία της Δημοκρατίας και το 2018 έφυγε από τη ζωή πρόωρα, μόλις στα 44 χρόνια του- μιλά για την εμπειρία των γυρισμάτων και τη σχέση του με τον ρόλο του, αυτόν του υπαξιωματικού του Λιμενικού, βοηθού του κεντρικού ήρωα - που τον υποδύεται ο Μαρκουλάκης.
● Πώς σου προτάθηκε αυτός ο ρόλος;
Περισσότερο με τράβηξε το ίδιο το project παρά ο ρόλος, καθώς είναι ένας μικρός, πολύ συγκεκριμένος ρόλος. Ηρθε μέσω ενός casting, με πρότειναν, έπαιξα μια μικρή σκηνή και τελικά πήρα τον ρόλο. Οταν διάβασα όλες τις σκηνές μόνο του δικού μας κομματιού, ο Μπραντ, ο σκηνοθέτης μας, έστειλε μαζί με αυτό το υλικό και ένα μικρό ντοκιμαντέρ που έχει σχέση με τον χαρακτήρα που υποδύεται ο Κωνσταντίνος (Μαρκουλάκης). Ηταν ένα σοκαριστικό ντοκιμαντέρ που είχε να κάνει με τη διάσωση των προσφύγων.
Οπότε το να είσαι μέρος της αφήγησης μιας τέτοιας ιστορίας είναι το λιγότερο που μπορείς να κάνεις. Βέβαια, αυτό εμπεριέχει πάντα έναν κίνδυνο: να προσεγγίζεις μια ιστορία εκ του ασφαλούς, να παίζεις σε μια ιστορία την οποία βιώνεις από απόσταση, που μπορεί να το κάνουμε κάποιες φορές για να δίνουμε άφεση αμαρτιών στον εαυτό μας. Αλλά αν αυτό το αντιλαμβάνεσαι μπορείς να μπεις βαθύτερα και πιο ουσιαστικά μέσα στην ιστορία.
● Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον σκηνοθέτη Μπραντ Αντερσεν;
Κατ' αρχάς, είναι εξαιρετικός άνθρωπος ο Μπραντ. Εχει δουλέψει με κορυφαία ονόματα ως παραγωγός και αυτή είναι η πρώτη του σκηνοθετική δουλειά. Είναι πολύ προσγειωμένος και ήταν έτοιμος να ακούσει τα πάντα. Αυτό για μένα έχει μια ανοιχτωσιά που με βοηθάει να μπορώ να υπάρξω μέσα σε μια δουλειά. Σημαντικό είναι και ότι μπόρεσα και βίωσα, μέσα σε πολλά εισαγωγικά, «χολιγουντιανή παραγωγή». Το ότι το έζησα όλο αυτό είναι για μένα σημαντικό γιατί αντιλήφθηκα και το πώς θα έπρεπε να γίνονται και οι ταινίες. Γιατί στην Ελλάδα παλεύουμε με μηδενικά budgets.
● Πώς βίωσες την εμπειρία των γυρισμάτων;
Ταράχτηκα πάρα πολύ. Γιατί ο Μπραντ μάς είπε ότι κάποιοι από τους ανθρώπους στις βάρκες ήταν πραγματικοί πρόσφυγες, που είχαν προσπαθήσει να κάνουν αυτό το ταξίδι παραπάνω από μία φορά και είχαν αποτύχει. Τα γυρίσματα έγιναν στην Τουρκία. Και όταν γινόταν όλο αυτό λες: «ΟΚ, είναι μια ταινία». Οταν όμως βλέπεις παιδιά να κλαίνε και ανθρώπους να φωνάζουν, για μένα ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία, πέρα από κάθε καλλιτεχνική αξίωση.
Αυτή η προσωπική εμπειρία με ταρακούνησε αρκετά. Το να μπορεί δηλαδή να ζει ένας ηθοποιός μια τέτοια εμπειρία ζωντανά, θυμίζει ότι το σινεμά αυτό είναι: μια φαντασίωση, σαν να μπαίνουμε σε έναν άλλο κόσμο. Σε αυτή την ταινία το έζησα στο έπακρο. Οταν όλα είναι πολύ σωστά, μπορείς να είσαι συγκεντρωμένος ως ηθοποιός και να αποδώσεις αυτό που αξίζει σε ό,τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Ηταν βιωματικό και φυσικά όλο αυτό είναι ένα λεπτό ζήτημα. Γιατί μπορεί να πει κάποιος «τι με ενδιαφέρει που εσύ έζησες αυτή την εμπειρία;». Το λέω από την πλευρά του τρόπου -αν υπάρχει- να έρθεις έστω και ένα δέκατο του εκατοστού πιο κοντά, να αποκτήσεις μια μικρή ενσυναίσθηση σε σχέση με αυτό. Αν ο ηθοποιός τη βιώσει αυτή την ενσυναίσθηση και μπορέσει, έστω και λίγο, να τη μεταφέρει στη σκηνή, τότε κάτι έχει γίνει. Εμείς σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να βιώσουμε αυτές τις καταστάσεις πραγματικά. Εμείς τα βλέπουμε όλα αυτά στις ειδήσεις από τον καναπέ μας και λέμε: «Πω πω, τι κρίμα» και μετά τρώμε άλλο ένα πατατάκι.
● Πιστεύεις ότι αυτή η ταινία μπορεί να αγγίξει το κοινό και να του ανοίξει μια διαφορετική οπτική πάνω στο προσφυγικό ζήτημα;
Εννοείται. Πιστεύω ότι η ταινία αυτή είναι η μαρτυρία ενός ανθρώπου που έχει ζήσει από κοντά, γιατί έχει πάει πολλές φορές στα κέντρα στη Μυτιλήνη κ.α., αυτή την εμπειρία. Εχει προσωπικά στοιχεία που ακουμπάνε σε μια σημαντική φάση της ιστορίας μας. Και ότι αυτό το αντιλαμβάνεται και ένας Αμερικανός είναι εξίσου σημαντικό. Αυτή η ιστορία έχει συναίσθημα, δεν έχει κάποιο layer φιλοσοφικό. Ο,τι λέει είναι κυρίως εμπειρικό. Και οτιδήποτε εμπειρικό όταν δεν είναι μελοδραματικό μπορεί να σε αλλάξει.
● Ποια είναι τα σχέδιά σου;
Τώρα είμαι ανάμεσα στον sound designer και τον μουσικό της καινούργιας μου ταινίας. Εχω τελειώσει τα γυρίσματα εδώ και έναν χρόνο και βρισκόμαστε στο post production. Τελείωσα και τα γυρίσματα της σειράς «Σχέδιο Οδυσσέας» του Γιώργου Γκικαπέππα στο Cosmote TV και θα πάρω μέρος στη νέα ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα.
*Η κριτική δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (27-06-2026)