Συνέντευξη Γιώργος Θάνος

«Στην Ελλάδα πάντα είχαμε ένα μούδιασμα στο να αποδεχτούμε ότι η λογοτεχνία τρόμου μπορεί να έχει λογοτεχνική αξία.»

Από τις εκδόσεις Ροές κυκλοφορεί η νέα ανθολογία «Η Χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα», σε επιμέλεια του Γιώργου Θάνος, συγγραφέα της συλλογής διηγημάτων «Τα Καύκαλα» (εκδ. Ιωλκός, 2019), ο οποίος γι’ αυτήν τιμήθηκε με το βραβείο «Μένης Κουμανταρέας» για τον Καλύτερο Πρωτοεμφανιζόμενο Πεζογράφο. Η νέα έκδοση αποτελεί συνέχεια της εξαιρετικής πρώτης ανθολογίας που επιμελήθηκε πάλι ο Θάνος: «Ο Αλιωτος και άλλες ιστορίες με βρικόλακες».

Από τις σελίδες της καινούργιας ανθολογίας περιδιαβαίνουν σημαντικοί συγγραφείς της ελληνικής λογοτεχνίας, που κάποια στιγμή στο έργο τους ασχολήθηκαν έστω και για λίγο με τον κόσμο του μεταφυσικού. Από τον Ανδρέα Καρκαβίτσα, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον κοσμοπολίτη Καβάφη έως τον ιδρυτή της πρώτης εταιρείας ψυχικών ερευνών στην Ελλάδα Αγγελο Τανάγρα, τον άγνωστο Αλέξανδρο Πολυχρονάκη και τον Νικόλα Επισκοπόπουλο (1874-1944) που υπέγραφε μια ιστορία μετενσάρκωσης, δοσμένη με πρωτότυπο τρόπο. Ο Γιώργος Θάνος μάς εξηγεί τα υπόλοιπα...

Πώς γεννήθηκε η ιδέα να ασχοληθείς με τον λαογραφικό τρόμο και να επιμεληθείς αυτές τις ανθολογίες;

Σε αντίθεση με τον περισσότερο κόσμο, για διάφορους λόγους, δεν ανακάλυψα τη λογοτεχνία τρόμου στην εφηβεία. Στα δεκαπέντε με δεκαέξι, άρχισα να διαβάζω συστηματικά κλασική λογοτεχνία. Νομίζω ότι το πρώτο «ενήλικο» βιβλίο που διάβασα συγκροτημένα και σοβαρά ήταν το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, μπαίνοντας έτσι νωρίς στην ελληνική λογοτεχνία. Οπότε αυτό το στάδιο της αναζήτησης με τη λογοτεχνία τρόμου δεν ήρθε στην ώρα του. Την ανακάλυψα μετά τα τριάντα.

Οταν άρχισα να ασχολούμαι περισσότερο, αγάπησα τη λογοτεχνία τρόμου και θέλησα, πρώτα απ’ όλα ως αναγνώστης, να συνδυάσω τις δυο μου αγάπες: την κλασική ελληνική λογοτεχνία και τον τρόμο. Οπότε άρχισε να μπαίνει το σαράκι και η απορία: Υπάρχει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα, έχει ασχοληθεί κανείς; Ηξερα ότι δομημένη παράδοση δεν έχουμε αλλά γνώριζα ότι π.χ. ο Ροΐδης είχε ασχοληθεί με τον Εντγκαρ Αλαν Πόε ή ότι ο Παπαδιαμάντης έχει μεταφράσει τον «Δράκουλα» του Στόκερ.

Αρχισα να σκαλίζω παλιές εφημερίδες και ανθολογίες, για να συγκεντρώσω υλικό προς ανάγνωση, πρώτα απ’ όλα για μένα. Σταδιακά, όσο περισσότερο έσκαβα, όλη αυτή η διαδικασία έπαιρνε μια σαφή μορφή. Πρώτα άρχισα να στήνω την ανθολογία του «Αλιωτου», που καταπιάνεται με βρικόλακες και, μέσα από την έρευνα, είδα ότι υπάρχει και αντίστοιχο υλικό για φαντάσματα. Ετσι άρχισα να δουλεύω ταυτόχρονα τη δεύτερη ανθολογία, «Η Χτυπημένη».

Αναζητώντας εκδοτικό οίκο, απευθύνθηκα στις εκδόσεις Ροές και τους πρότεινα και τα δύο βιβλία. Επειδή όμως ο «Αλιωτος» ήταν πιο έτοιμο βιβλίο, αποφασίσαμε να προχωρήσουμε αρχικά με αυτό και σε δεύτερο χρόνο να εκδοθεί και «Η Χτυπημένη». Ολα ξεκίνησαν από αναγνωστικό μεράκι λοιπόν και έπειτα πήραν τη σημερινή μορφή.

Πώς ξεκίνησε πρακτικά η έρευνα και πώς ανακάλυψες τον Αλέξανδρο Πολυχρονάκη;

Αρχισα να ψάχνω πρώτα δημοσιευμένα κείμενα που γνώριζα και ήταν εύκολο να βρεθούν. «Η Χτυπημένη» του Παπαδιαμάντη ή «Στο Φως της ημέρας» του Καβάφη ήταν από τα πρώτα που έβαλα στην άκρη, γιατί πρόκειται για πράγματα που λίγο-πολύ ήταν γνωστά.

Ευτυχώς σήμερα η έρευνα έχει γίνει πιο εύκολη - ακόμα και από το σαλόνι σου μπορείς να ψάξεις. Εψαχνα με keywords σε ψηφιοποιημένα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Ακόμα και αν κάποιος δεν είχε γράψει για βρικόλακες και φαντάσματα, αλλά είχε εμπνευστεί εν μέρει από τον λαογραφικό τρόμο ή κάτι αλλόκοτο, έψαχνα ό,τι μπορούσα να βρω απ’ αυτόν, ευελπιστώντας ότι κάπου θα με πήγαινε.

Ο Πολυχρονάκης ανακαλύφθηκε ξεκάθαρα μέσα από έρευνα keywords. Τον αναφέρω συχνά και είναι, θεωρώ, πολύ συγκινητικό, γιατί είναι ένας άνθρωπος που δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτόν. Δεν ήταν επαγγελματίας συγγραφέας, έγραψε τρία-τέσσερα διηγήματα που δημοσιεύτηκαν τότε σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Μάλιστα αυτό που υπάρχει στη «Χτυπημένη» («Νεκρού Οπτασία»), είχε βραβευτεί.

Η ιστορία του είναι πολύ πρωτότυπη. Είναι από τις λίγες ιστορίες που βλέπεις πρωτοπρόσωπη αφήγηση φαντάσματος. Είναι συγκινητικό: κάποιος που έκανε το μεράκι του και έστειλε ένα διήγημα σε μια εφημερίδα το 1903, δεν θα φανταζόταν πως θα ανθολογηθεί 110 χρόνια μετά. Είναι μια ιδιαίτερη και συγκινητική περίπτωση. Δεν έχω καταφέρει να βρω ούτε μια φωτογραφία του.

Ποιοι πιστεύεις ότι είναι οι λόγοι που το φανταστικό δεν αναπτύχθηκε στην Ελλάδα;

Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά ένας από τους βασικούς είναι ότι στα τέλη του 19ου και αρχές 20ού αιώνα, που γράφονται αυτά τα διηγήματα, υπήρχε προσπάθεια συγκρότησης εθνικής λογοτεχνίας, οπότε απέφευγαν τις έντονες ξένες επιρροές. Οπότε ήταν δύσκολο να αναπτύξουμε μια λογοτεχνία τρόμου που βασιζόταν σε ξένα πρότυπα. Στη «Χτυπημένη» βλέπουμε ότι υπήρχε κόσμος που προφανώς είχε επίγνωση των λογοτεχνικών τεκταινόμενων, αλλά υπήρχε ένα μούδιασμα και ένα «δείλιασμα» στο να τα εντάξουν κανονικά στη λογοτεχνία τους.

Ενας ακόμη λόγος είναι ότι η λογοτεχνία τρόμου βασίζεται σε παραδόσεις και δεισιδαιμονίες, που τότε θεωρούνταν άκαιρες. Ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη η λογοτεχνία τρόμου ήταν μια αντίδραση απέναντι στην απομάγευση της βιομηχανικής επανάστασης, την αστικοποίηση, το τέλος του παλιού κόσμου, στην Ελλάδα αυτός ο εκσυγχρονισμός ήταν καλοδεχούμενος.

Θέλαμε να δημιουργήσουμε εθνική λογοτεχνία και ταυτόχρονα να γίνουμε λίγο «Ευρωπαίοι», να αφήσουμε πίσω την επαρχία. Και παρ’ όλο που έχουμε ιστορίες για τον αγροτικό κόσμο κτλ., το υπερφυσικό φαινόταν σαν κάτι παρωχημένο, σαν κάτι που πλέον δεν έπρεπε να μας απασχολεί.

Ομως δύο μεγάλοι συγγραφείς μας, ο Παπαδιαμάντης και ο Καβάφης, ασχολήθηκαν με το φανταστικό, έστω και φευγαλέα.

Δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Ο Παπαδιαμάντης, από τη μία, είχε γνώση τού τι συνέβαινε λογοτεχνικά στην Αγγλία και στη Γαλλία. Ως μεταφραστής, ερχόταν άλλωστε σε επαφή με την αγγλική και τη γαλλική λογοτεχνία. Ο «Δράκουλας» κυκλοφορεί το 1897, η μετάφραση του Παπαδιαμάντη είναι το 1901. Το πήρε και το μετέφρασε σαν κάτι καινούργιο.

Στα κείμενά του ασχολούνταν είτε με τις αγροτικές κοινότητες της Σκιάθου είτε με τις κοινότητες των φτωχών και καταφρονημένων στην Αθήνα. Οπότε την ενασχόληση με την παράδοση, με τη λαογραφία κτλ. την είχε πάρα πολύ έντονη. Εχει γράψει αρκετά διηγήματα που κάνουν χρήση της «σκοτεινής» λαογραφίας: παραδόσεις για καλικάντζαρους κ.ά. Εχει βγει μια σχετική ανθολογία από τις εκδόσεις Μεταίχμιο που λέγεται «Τα σκοτεινά παραμύθια» κι εκεί έχουν ανθολογηθεί ακριβώς αυτές οι δουλειές του. Θα ήταν ωραίο να είχε ασχοληθεί περισσότερο με το φανταστικό, γιατί και στη «Χτυπημένη» ασχολείται με το φάντασμα μέχρι τη μέση, μετά είναι μια αφορμή αυτό να κοιτάξουμε τις προβληματικές οικογενειακές σχέσεις.

Ο Καβάφης, από την άλλη, ήταν ένας άνθρωπος ευρύτατης μόρφωσης. Και κοσμοπολίτης. Είχε διαβάσει πάρα πολύ. «Το Φως της ημέρας» είναι το μοναδικό του ολοκληρωμένο διήγημα, το οποίο δεν δημοσιεύτηκε εν ζωή, δημοσιεύτηκε πολλά χρόνια μετά, από μια Ιταλίδα καθηγήτρια. Σε αυτό είναι ξεκάθαρο ότι έχει δυτικά πρότυπα. Είναι ένα γοτθικό διήγημα φαντασμάτων. Αρκετοί μελετητές του θεωρούν ότι είναι επηρεασμένο από τον Γκι ντε Μοπασάν. Εμένα μου φέρνει στο μυαλό ακόμα και τον Χένρι Τζέιμς όπως δομείται: το φάντασμα, αυτό το παραισθητικό, το ότι δεν ξέρεις την αλήθεια, η αμφισημία, η παντελής έλλειψη εξηγήσεων.

Οπότε έχει ενδιαφέρον να δούμε ότι και οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με αυτό είχαν εντελώς διαφορετικές προσλαμβάνουσες και κίνητρα. Ο ένας είναι ηθογράφος, έρχεται εμπνεόμενος από τη λαογραφία, ο άλλος παίρνει τις όποιες επιρροές του και τις τοποθετεί στο δικό του πλαίσιο.

Το φανταστικό έχει χρησιμοποιηθεί συχνά ως μέσο έμμεσου πολιτικού σχολίου. Σε ποιον βαθμό συμβαίνει αυτό και στα διηγήματα των δύο ανθολογιών;

Στον «Αλιωτο» σχεδόν όλα -με την εξαίρεση ίσως του Παράσχου («Το τέκνον του βρικόλακα») που ήταν σε άλλο πλαίσιο- είναι κλασικά εμπνευσμένα από την παράδοση. Κάποιοι το κάνουν με προθετικότητα: δηλαδή έκαναν τότε αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε λαογραφικό τρόμο. Κάποιοι κινούνται στο πλαίσιο της ηθογραφίας, κάποιοι όπως ο Γεράσιμος Γρηγόρης με το «Ο φίλος μου ο Βρικόλακας» έχουν κάποιες πολιτικές νύξεις, μια πολιτική χροιά. Στο διήγημά του π.χ. ο βρικόλακας είναι ο κοσμοπολίτης, ο προοδευτικός, που δεν ταιριάζει με τη ζωή του χωριού. Εχω και μια υπόνοια ότι είναι και αριστερών πεποιθήσεων, γιατί μιλάμε ότι γράφτηκε στη μεσοπολεμική περίοδο, οπότε αυτό το κλίμα ήταν και λίγο οξυμένο και, όπως είπαμε, ο Γρηγόρης βρήκε την ευκαιρία να το θίξει διά της πλαγίας, διά του φανταστικού. Στην ανθολογία της «Χτυπημένης» δεν υπάρχουν τέτοια διηγήματα, αν εξαιρέσουμε το «Η Κατάρα των Σφακιανών» του Τανάγρα που είναι ξεκάθαρα πολιτικό.

Το τέχνασμα των εθνικών/πατριωτικών θεμάτων με το φάντασμα ή με τον βρικόλακα είναι πάρα πολύ παλιό. Και το ποίημα «Βρικόλακας» του Βαλαωρίτη, ίσως το παλιότερο κείμενο για βρικόλακα, πατάει σ’ αυτό το μοτίβο: ο προδότης που πρόδωσε τους συμπολεμιστές του κ.λπ., και από την κατάρα δεν μπόρεσε να «λιώσει». Ο Τανάγρας κινείται στο ίδιο πλαίσιο: θέλει να σχολιάσει το καθεστώς της Κρήτης, που ήταν υπό κυριαρχία των Μεγάλων Δυνάμεων, δεν ήταν ακόμα ανεξάρτητο κράτος κτλ., μέσα από μια ιστορία φαντασμάτων, που επειδή πρόδωσαν την πατρίδα τους δεν μπορούν να αναπαυθούν.

Γενικά είχαμε πολλά διηγήματα που ενσωμάτωναν το πολιτικό σχόλιο στο κείμενό τους. Απλά με κάποιες νύξεις εδώ κι εκεί, σκόρπια. Αλλά νομίζω ότι αν είχαμε εξελίξει τη λογοτεχνία του φανταστικού λίγο περισσότερο, θα ήταν το έδαφος να κάνουμε και περισσότερα πολιτικά σχόλια.

Γιατί, όμως, δεν ενσωμάτωσαν το πολιτικό σχόλιο στο φανταστικό, ενώ μέσω αυτού θα μπορούσαν να περάσουν ευκολότερα διάφορες θέσεις χωρίς να εκτεθούν άμεσα;

Ναι, αυτό που λες έχει πολύ ενδιαφέρον. Για τη γενιά μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο υπάρχει μια εξήγηση: Είχαν ζήσει τόσο μεγάλη φρίκη στην πραγματικότητα, που θα ήταν παράξενο να τη μεταφέρουν μέσα από φαντάσματα και βρικόλακες. Τώρα για τους λογοτέχνες που ασχολήθηκα (1800-1930), ναι, είναι μια πολύ καλή ερώτηση: Γιατί δεν ασχολήθηκαν; Δεν έχω σαφή απάντηση. Ισως επειδή το είδος αντιμετωπιζόταν ως περιθωριακό και δεν αναπτύχθηκε όσο μπορούσε.

Στην Ελλάδα πάντα είχαμε ένα μούδιασμα στο να το αποδεχτούμε και να θεωρήσουμε ότι μπορεί κάποιος να μιλάει για φανταστικά πράγματα ή να κάνει λογοτεχνία τρόμου και ταυτόχρονα να έχει λογοτεχνική αξία.

Νομίζω ότι αυτό έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, χοντρικά από τότε που ο Παπαμάρκος έβγαλε το «Γκιακ» (εκδ. Πατάκης) και ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης τις «Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας» (εκδ. Αντίποδες).

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (14-03-2026)

Next
Next

Συνέντευξη Εύα Στεφανή