Όσκαρ

Όσκαρ


Συγγραφέας: Παναγιώτης Τιμογιαννάκης


Εκδόσεις: Πεδίο
Σελ: 446

Έχοντας ολοκληρωθεί στις 15 Μαρτίου 2026 η 98η απονομή των βραβείων Όσκαρ, είναι ίσως μια καλή στιγμή να παρουσιάσουμε το βιβλίο «Όσκαρ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο και το έχει γράψει ο γνωστός και έμπειρος κριτικός κινηματογράφου Παναγιώτης Τιμογιαννάκης. Ένα βιβλίο για τον μεγαλύτερο κινηματογραφικό θεσμό, που όπως σημειώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, κανένα μεγάλο γεγονός, όπως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν κατάφερε να τον ανακόψει και επί 98 συνεχόμενα έτη βραβεύει τους καλλιτέχνες του σινεμά, συγκεντρώνοντας εκατομμύρια βλέμματα κινηματογραφιστών αλλά και θεατών πάνω του.

Ο Τιμογιαννάκης δεν γράφει αυτό το βιβλίο τυχαία βεβαίως. Έχει υπάρξει μέχρι σήμερα ο μόνος Έλληνας δημοσιογράφος που προσκλήθηκε από την Ακαδημία ως permanent guest (στο κεφάλαιο «Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης για τον Παναγιώτη Τιμογιαννάκη», εξιστορεί το πως συνέβη αυτό) και παρευρέθηκε για είκοσι ένα συναπτά έτη (1989 έως 2010) στις τελετές απονομής αλλά και στις πρόβες. Το βιβλίο του είναι ένα μείγμα πληροφοριών, γεγονότων και κινηματογραφικής σοφίας, μια σοφία που έχει αποκτηθεί μέσα από την ενασχόλησή του με τον κινηματογράφο, αλλά και την παρουσία του στα Όσκαρ και τη συναναστροφή του με μέλη της Ακαδημίας, καθώς και με σημαντικούς κινηματογραφιστές, όπως ο Φράνσις Φορντ Κόπολα και ο Σίντνεϊ Πόλακ.

Κασάντρα Κουλουκουντή - Όσκαρ Καλύτερου Κάστινγκ

Ξεκινώντας με μια σύντομη ιστορία του θεσμού, ο Τιμογιαννάκης δεν χάνει χρόνο και αμέσως βυθίζει τον αναγνώστη στον κόσμο της Ακαδημίας. Είναι σημαντικό εδώ να σημειωθεί ότι τον ίδιο δεν τον ενδιαφέρει να εξιστορήσει ιστορίες κουτσομπολιού ή παρασκηνίων που θα εκθέσουν ανθρώπους, αλλά το βιβλίο του αποτελεί μια προσπάθεια να συμπυκνώσει τη γνώση που απέκτησε και να παρουσιάσει το σκεπτικό των ανθρώπων που ψηφίζουν σε αυτόν τον θεσμό. Αποκαλύπτει τους μηχανισμούς που λειτουργούν πίσω από αυτή την τελετή, προσπαθώντας να διαλύσει στερεοτυπικές αντιλήψεις που επικρατούν για την επιλογή του νικητή κάθε κατηγορίας.

Πολλά σημεία στο βιβλίο έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, όπως ιστορικά στοιχεία για κατηγορίες που πια δεν υπάρχουν (Χορογραφίας και assistant directors), αλλά και μια ενδιαφέρουσα ανάλυση για την αναγνώριση του casting ως αυτόνομης κατηγορίας (φέτος δόθηκε για πρώτη φορά το βραβείο Όσκαρ Καλύτερου Κάστινγκ στην ελληνικής καταγωγής Κασάντρα Κουλουκουντή για την ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Μια μάχη μετά την άλλη» (2025). Ακόμη, υπάρχει και μια αναφορά στην απόφαση της Ακαδημίας από το 2029 να απελευθερώσει τον θεσμό από τα τηλεοπτικά δίκτυα και να τον προβάλλει ελεύθερα, μέσω της πλατφόρμας του YouTube, καθιστώντας τον προσβάσιμο για όλους. Μετά την ανάλυση του θεσμού, προχωρά σε μια επιμέρους και συνοπτική ανάλυση σημαντικών κατηγοριών: για το πρωτότυπο και το διασκευασμένο σενάριο (στέκεται πολύ στη σημασία του σεναρίου ως το πρωταρχικό συστατικό για μια καλή ταινία), τη μουσική, τον ήχο, την φωτογραφία, τα κοστούμια, το μοντάζ και στο πώς όλα αυτά τα στοιχεία έρχονται να συγκλίνουν ώστε να δημιουργηθεί μια ταινία με Οσκαρικές προδιαγραφές.

Έχοντας δημιουργήσει λοιπόν ένα εύφορο έδαφος κατανόησης για τον αναγνώστη, ακολουθεί το κεφάλαιο «Οσκαρικές Ιστορίες». Εδώ υπάρχει μια βαθύτατη ανάλυση Οσκαρικών ταινιών, όχι μόνο αυτών που κέρδισαν αλλά και των «αντιπάλων» τους, που μπλέκονται μαζί και με προσωπικές ιστορίες του ίδιου, όπως αυτή όπου παρακολούθησε την πολύωρη πρόβα της Μαντόνα πριν από την τελετή έναρξης της 69ης απονομής, στην οποία θα τραγουδούσε το «You Must Love Me» από την ταινία «Εβίτα» (Evita, σκην. Άλαν Πάρκερ, 1996), υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού, το οποίο και κέρδισε.

 Στις «Οσκαρικές Ιστορίες» ο Τιμογιαννάκης επικεντρώνεται αρκετά στο ελληνικό στοιχείο. Από την ενδυματολογία, όπου συναντάμε την Ελληνίδα Ντένη Βαχλιώτη, την πρώτη Ελληνίδα ενδυματολόγο που έφτασε δύο φορές μέχρι τις υποψηφιότητες των Όσκαρ, για τις ταινίες «Ποτέ την Κυριακή» («Never on Sunday», σκην. Ζυλ Ντασσέν, 1960) και «Φαίδρα» («Phaedra», σκην. Ζυλ Ντασσέν, 1962), την Κατίνα Παξινού, που υπήρξε η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός η οποία τιμήθηκε με Όσκαρ για την ταινία «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» («For Whom the Bell Tolls», σκην. Σαμ Γουντ, 1943), μέχρι τον Μάνο Χατζιδάκι, που τιμήθηκε το 1961 για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» και τον Βασίλη Φωτόπουλο, που βραβεύτηκε με το Όσκαρ Καλλιτεχνικής-Σκηνοθετικής Διεύθυνσης για την ταινία «Αλέξης Ζορμπάς» («Zorba the Greek», σκην. Μιχάλης Κακογιάννης, 1964).

Η Κατίνα Παξινού με το Όσκαρ της - η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός η οποία τιμήθηκε με Όσκαρ

Έπειτα, το βιβλίο μετατοπίζεται στα Όσκαρ των τελευταίων χρόνων. Από το 2015 μέχρι το 2025, ο Τιμογιαννάκης αναλύει τις ταινίες που βγήκαν νικήτριες, αλλά και ταινίες και συμμετέχοντες που έχασαν για διάφορους λόγους. Ουσιαστικά, σε αυτά τα επιμέρους κεφάλαια, μετατρέπει τη συσσωρευμένη πληροφορία της αρχής σε εκτενή κείμενα, προσπαθώντας να αναλύσει και να εξηγήσει το γιατί κάποιες ταινίες κέρδισαν το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, άλλες το Όσκαρ Σεναρίου, κάποιοι ηθοποιοί έφυγαν νικητές και άλλοι όχι. Από τα «Χαμένα κορμιά» («Poor Things», σκην. Γιώργος Λάνθιμος, 2023) μέχρι το «Anora» (σκην. Σον Μπέικερ, 2024), ο Τιμογιαννάκης πιάνει μία μία τις ταινίες και τις αναλύει τόσο βαθιά και λεπτομερώς, που σίγουρα στον αναγνώστη ανοίγονται νέες οπτικές για το πώς οι άνθρωποι μιας Ακαδημίας, που αριθμεί πάνω από 10.000 μέλη, ψηφίζουν και αποφασίζουν για το ποιος θα πάρει στα χέρια του το πολυπόθητο αγαλματίδιο.

Η βασική αρετή του βιβλίου είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τα Όσκαρ σαν κοσμικό θέαμα, αλλά σαν αφορμή για να μιλήσει για το πώς φτιάχνεται και πώς κρίνεται μια ταινία. Υπάρχουν κάποια κεφάλαια που ίσως δεν έχουν χώρο στο συγκεκριμένο βιβλίο, όπως οι συνοπτικές παρουσιάσεις των Χρυσών Σφαιρών, των BAFTA και της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, ενώ οι εκτενείς αναλύσεις των ταινιών μπορεί να κουράσουν τον αναγνώστη, κυρίως αν περίμενε περισσότερες ιστορίες από τις τελετές απονομής ή το παρασκήνιο αλλά το βιβλίο είναι πρωτίστως ένα συμπυκνωμένο μάθημα κινηματογράφου, που αξίζει να διαβαστεί από αναγνώστες που αγαπούν το σινεμά ή που θέλουν να εμβαθύνουν στην κινηματογραφική τέχνη πέρα από τα αστεράκια και τη λάμψη του κόκκινου χαλιού.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (09-04-2026)

Next
Next

Οι Ευρωπαϊκοί Εμφύλιοι Πόλεμοι Στον Κινηματογράφο