Οι Ευρωπαϊκοί Εμφύλιοι Πόλεμοι Στον Κινηματογράφο
Οι ευρωπαϊκοί εμφύλιοι πόλεμοι στον κινηματογράφο - Μνήμη, σύγκρουση και νοσταλγία
Συγγραφέας: Κοσμίδου Ελευθερία-Ράνια
Εκδόσεις: Μωβ
Σελ: 248
Έχοντας η νέα ταινία του Γ. Σμαραγδή ξεπεράσει τα 700.000 εισιτήρια και καθώς φαίνεται να οδεύει προς τα 800.000, έχει ανοίξει εκ νέου μια ευρεία συζήτηση γύρω από την αναπαράσταση της Ιστορίας μέσα από τον κινηματογράφο, τόσο ως προς το αισθητικό αποτέλεσμα όσο και ως φορέας ανάλυσης και αναστοχασμού του παρελθόντος και του σήμερα.
Το βιβλίο της Ελευθερίας Ράνια Κοσμίδου, «Οι Ευρωπαϊκοί Εμφύλιοι Πόλεμοι Στον Κινηματογράφο - Μνήμη, σύγκρουση και νοσταλγία», - Λέκτορας στο Τμήμα Film Production του Πανεπιστημίου του Σάλφορντ στο Μάντσεστερ της Μεγάλης Βρετανίας και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος από το UCD (University College Dublin) στο τομέα Κινηματογράφος και Πολιτισμική Μνήμη) -, που εκδόθηκε πρώτη φορά στα αγγλικά (European Civil War Films. Memory, Conflict, and Nostalgia) το 2013 από τον εκδοτικό οίκο Taylor & Francis, και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μωβ, σε μετάφραση Ραϋμόνδου Αλβανού, επιστημονική επιμέλεια Χρήστου Δερμεντζόπουλου και επίμετρο Κωστή Κορνέτη, αποτελεί ένα διαφωτιστικό και χρήσιμο εργαλείο ώστε να κατανοήσουμε την σημασία και την δύναμη του κινηματογράφου στην αναπαράσταση ιστορικών γεγονότων και πως διαμορφώνεται η συλλογική μνήμη μέσα από την κινούμενη εικόνα.
Σε αντίθεση όμως με το εξαιρετικό βιβλίο της Ελευθερίας Θανούλη «Ιστορία και κινηματογράφος: Εξιστορώντας στην οθόνη» (εκδ. Πεδίο, μετάφραση Παπαδημητρίου Γιώργος), που παρουσιάσαμε στην εφημερίδα στις 27-12-2024, η Κοσμίδου καταπιάνεται με ένα συγκεκριμένο κομμάτι της Ιστορίας: τους εμφύλιους πολέμους στην Ευρώπη. Αναλύει τέσσερις περιπτώσεις: τον Ισπανικό (1936-1939), τον Ιρλανδικό (1922-1923), τον Γιουγκοσλαβικό (1991-2001) και τον Ελληνικό εμφύλιο (1946-1949).
Η συγγραφέας ξεκινά θέτοντας μια θεωρητική βάση που μπορεί να είναι συνοπτική αλλά αρκούντως αναλυτική ώστε ο αναγνώστης να αντιληφθεί το πλαίσιο και μέσα από ποιο πρίσμα η Κοσμίδου θα προσεγγίσει και θα αναλύσει τις ταινίες. Ο εμφύλιος πόλεμος, διαφοροποιείται ουσιαστικά από τους πολέμους μεταξύ κρατών, καθώς η σύγκρουση βιώνεται στο εσωτερικό μιας χώρας, μεταξύ των κατοίκων της. Όπως αναφέρει ο David Armitage (1965, ιστορικός) και πολύ εύστοχα τον αναφέρει στην εισαγωγή του ο επιστημονικός επιμελητής του βιβλίου Χρήστος Δερμεντζόπουλος : «ο εμφύλιος πόλεμος αποτελεί το πιο καταστροφικό διαβρωτικό είδος της ανθρώπινης σύγκρουσης». Οι εμφύλιοι εξ’ ορισμού «γεννούν» βαθύτερα τραύματα μεταξύ ενός λαού και σε αντίθεση με μια σύγκρουση με έναν εξωτερικό εχθρό, οι επιπτώσεις του «φωλιάζουν» στη συλλογική μνήμη περισσότερο, οδηγώντας σε διαγενεακά τραύματα που δύσκολα επουλώνονται και πολλές φορές καθορίζουν το μέλλον μιας χώρας.
Οι ταινίες που αναλύονται στο βιβλίο, συνήθως «εκμεταλλεύονται» το ιστορικό πλαίσιο και δεν εστιάζουν τόσο στην αναπαράσταση των ιστορικών γεγονότων, αλλά επικεντρώνονται κυρίως στη διαχείριση του τραύματος και της συλλογικής μνήμης, προσπαθώντας να αναλύσουν μέσα από συγκεκριμένους αφηγηματικούς μηχανισμούς τα ιστορικά γεγονότα. Εξετάζεται επίσης πώς οι κινηματογραφικές αυτές αφηγήσεις διαμορφώνουν μια συγκεκριμένη εικόνα για το παρελθόν, ενώ παράλληλα η συγγραφέας αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ορισμένες από αυτές συνομιλούν άμεσα με το παρόν.
Η Κοσμίδου μελετά αυτές τις ταινίες, βασίζοντας την έρευνά της σε μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία που περνά μέσα από συγκεκριμένα κανάλια σκέψης και με αυτό τον τρόπο δικαιολογεί και την επιλογή των ταινιών που έχει κάνει καθώς εξυπηρετούν τον τρόπο προσέγγισής της και οι επιλογές της αποκτούν νόημα. Βασίζει ένα μεγάλο κομμάτι της μελέτη της στην έννοια της μεταμνήμης, όπως διατυπώθηκε από τη Marianne Hirsch (1949, Αμερικανίδα καθηγήτρια συγκριτικής λογοτεχνίας και πολιτισμικών σπουδών), ενώ η συλλογική μνήμη, που ανέπτυξε ο Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Maurice Halbwachs (1877-1945), η πολιτισμική μνήμη, οι επινοημένες παραδόσεις και οι ανταγωνιστικές μνήμες, θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην ανάλυσή της.
Καθώς η έννοια της «ένταξης σε πλοκή» (emplotment), όπως διατυπώθηκε από τον Hayden White (1928–2018), Αμερικανό ιστορικό και θεωρητικό της ιστοριογραφίας. Η ένταξη σε πλοκή αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο μια ακολουθία γεγονότων, που διαμορφώνεται σε ιστορία, σταδιακά αποκαλύπτει ότι ανήκει σε ένα συγκεκριμένο αφηγηματικό είδος. Ο White διακρίνει τέσσερις βασικούς τρόπους πλοκής: το ρομάντζο, την τραγωδία, την κωμωδία και τη σάτιρα. Επιπλέον, η Κοσμίδου, χρησιμοποιεί κινηματογραφικούς όρους της αναπαράστασης, όπως η νοσταλγία, η αλληγορία, το μελόδραμα, το καρναβαλικό στοιχείο και το βλέμμα, προκειμένου να αναλύσει διεξοδικά τις ταινίες. Έτσι με εφόδιο αυτά τα εργαλεία, που αναλύονται όσο χρειάζεται στην εισαγωγή ώστε ο αναγνώστης να αποκτήσει μια βασική ιδέα, η συγγραφέας προβαίνει σε μια ανατομία της κάθε ταινίας και αποκαλύπτει τους μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από αυτές.
Πριν από την ανάλυση κάθε φιλμ, υπάρχει ένα εισαγωγικό κεφάλαιο το οποίο δίνει το ιστορικό πλαίσιο κάθε εμφυλίου, προσφέροντας συνοπτικές αλλά ουσιαστικές πληροφορίες, έτσι ο αναγνώστης να κατανοήσει ευκολότερα την κάθε ανάλυση.
Η Κοσμίδου στον Ισπανικό εμφύλιο αναλύει τις ταινίες: Belle Époque (1992, Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας (1994), «Η γλώσσα της πεταλούδας» (Butterfly’s Tongue 1999) και το «Γη κι ελευθερία», (Land and Freedom,1995, Βραβείο FIPRESCI – Φεστιβάλ Καννών). Οι δυο πρώτες σκηνοθετημένες από Ισπανούς δημιουργούς, τον Φερνάντο Τρουέμπα & Χοσέ Λουίς Κουέρντα ενώ η τελευταία από τον Άγγλο σκηνοθέτη Κεν Λόουτς.
Μέσα από την επιλογή μιας ταινίας που σκηνοθετήθηκε από έναν μη Ισπανό σκηνοθέτη η συγγραφέας αναδεικνύει την διαφορετική ματιά του Λόουτς που προσεγγίζει έναν εμφύλιο μακριά από την πατρίδα του (που όμως την επηρέασε, καθώς η Αγγλία κράτησε ουδέτερη στάση και αρνήθηκε να βοηθήσει τους Δημοκρατικούς) και αποδεικνύει μαζί με την ανάλυση του «The Wind That Shakes the Barley» (Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι, 2006, Χρυσός Φοίνικας – Φεστιβάλ Καννών), επίσης του Λόουτς, η οποία εξετάζεται στο κεφάλαιο για τον Ιρλανδικό εμφύλιο, ότι ο σκηνοθέτης «κοιτά» πέρα από τους εμφυλίους και στοχάζεται το σήμερα: τη χαμένη ευκαιρία των τότε επαναστάσεων, την κατάρρευση ενός σοσιαλιστικού οράματος και την επικράτηση του καπιταλισμού.
Με το παράδειγμα του Λόουτς η Κοσμίδου φέρνει στην επιφάνεια την σημασία του κινηματογράφου ως μέσο ανάλυσης γεγονότων με τα οποία μπορεί να καταπιαστεί οποιοσδήποτε σκηνοθέτης ανεξαρτήτων συνόρων για να κάνει μια παγκόσμια δήλωση. Στον Ιρλανδικό εμφύλιο θα αναλύσει και την ταινία Michael Collins (1996, σκην. Νιλ Τζόρνταν, Χρυσός Λέοντας – Φεστιβάλ Βενετίας) για την ζωή του Ιρλανδού επαναστάτη, στρατιωτικού και πολιτικού.
Για τον Γιουγκοσλαβικό εμφύλιο θα επιλέξει δυο ταινίες, οι οποίες που συζητήθηκαν έντονα την εποχή τους και μέχρι σήμερα προκαλούν αντιδράσεις ως προς τον τρόπο που επέλεξαν να απεικονίσουν έναν από τους πιο πρόσφατους και αιματηρούς εμφυλίους.
Ο Γιουγκοσλαβικός πόλεμος ήταν ένας πολυπαραγοντικός πόλεμος, που πολλές φορές οι αιτίες του απλουστεύτηκαν και άλλαξε για πάντα τα Βαλκάνια. Οι ταινίες που αναλύονται είναι το «Underground» (1995, σκην. Εμίρ Κουστουρίτσα, Χρυσός Φοίνικας – Φεστιβάλ Καννών) και το «No Man’s Land» (2001, σκην. Ντάνις Τάνοβιτς, Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας). Και οι δυο ταινίες αν και διαφορετικές ως προς την προσέγγισή τους, συγκλίνουν κατά κάποιο τρόπο ως προς την διαχείριση του θέματός τους. Με διαφορετικά μέσα, σχολιάζουν το παρόν μέσα από το τραυματικό παρελθόν του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου. Ο Κουστορίτσα χρησιμοποιεί την αλληγορία και το καρναβαλικό στοιχείο για να καυτηριάσει το παρελθόν, αποδημώντας το, ενώ θέτει ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον της χώρας του και των Βαλκανίων . Ο Τάνοβιτς υιοθετεί διαφορετικά εργαλεία, όπως η αποστασιοποίηση και η αλληγορία προκειμένου να στρέψει την κριτική του όχι μόνο τόσο στον ίδιο τον πόλεμο, αναδεικνύοντας τη ματαιότητά του, αλλά και να καυτηριάσει τον ρόλο του Ο.Η.Ε. και των Μ.Μ.Ε.
Σίγουρα το πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο για τον Έλληνα αναγνώστη είναι η ανάλυση της ταινίας «Θίασος» (1975, Βραβείο FIPRESCI) του Θ. Αγγελόπουλου, που πραγματεύεται μια από τις πιο μαύρες και τραυματικές σελίδες στην ιστορία του Έθνους: τον Εμφύλιο. Σε αυτό το κεφάλαιο η Κοσμίδου προβαίνει σε μια κατατοπιστική και άκρως αναλυτική θεώρηση για την ταινία, αναδεικνύοντας το πως ο Αγγελόπουλος με διάφορα αφηγηματικά μέσα όπως: η μη γραμμικότητα, η διακειμενικότητα, η χρήση του μπρεχτικού θεάτρου, συνομιλεί με την Ιστορία και με την συλλογική μνήμη. Ο ελληνικός εμφύλιος μέχρι και σήμερα «γεννά» τραύματα και όπως αναφέρει και η Κοσμίδου πρόκειται για έναν ξεχασμένο πόλεμο που στην Ελλάδα άρχισε να συζητιέται και να ερευνάται συστηματικά μετά το 1974. Ο Αγγελόπουλος μέσα από την ταινία του, δεν έρχεται για να αναπαραστήσει τα γεγονότα, ούτε για να διδάξει Ιστορία. Έρχεται να υιοθετήσει μια ενδοσκοπική προσέγγιση, επιχειρώντας μια τομή στον εμφύλιο ώστε να φέρει στην επιφάνεια το τραύμα που φαίνεται καταδικασμένο να επαναλαμβάνεται στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.
Η έρευνα της Κοσμίδου, παρόλο που εκδόθηκε το 2013, με την ελληνική της μετάφραση ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο μεταξύ ιστοριογραφίας, πολιτισμικής μνήμης και κινηματογραφικής αφήγησης. Στην ελληνική βιβλιογραφία, η οποία σπάνια καταπιάνεται με τη σημασία του κινηματογράφου ως μέσου απεικόνισης και εξιστόρησης της Ιστορίας, αποτελεί μια ευχάριστη προσθήκη, καθώς αναλύει με συνοπτικό αλλά τεκμηριωμένο τρόπο τους ιστορικούς εμφυλίους και τον τρόπο με τον οποίο το σινεμά υπερβαίνει την απλή αναπαράσταση μιας εποχής, λειτουργώντας ως ένας μηχανισμός μεταμνήμης και κατ’ επέκταση, ως πεδίο ιδεολογικής διαπάλης, καθώς η αναπαράσταση δεν είναι αντικειμενική αλλά φιλτράρεται μέσα από την υποκειμενικότητα των καλλιτεχνών.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (21-03-2026)