Συνέντευξη Άννα Ρεζάν

“Για μένα ήταν συγκλονιστικό ότι ήμασταν στην Ουάσινγκτον με μέλη του Κογκρέσου και βλέπαμε τον Αρη Βελουχιώτη στην οθόνη.”

Με μια πορεία που εκτείνεται από τα σινεμά της Αυστραλίας έως μια ειδική προβολή για τα μέλη του Κογκρέσου στην Ουάσινγκτον και διακρίσεις σε διεθνή φεστιβάλ, το νέο ντοκιμαντέρ της Αννας Ρεζάν επαναφέρει στο προσκήνιο άγνωστες πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Το έργο φωτίζει τον ρόλο της Ελλάδας και της Εθνικής Αντίστασης στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εστιάζοντας παράλληλα στη συχνά αποσιωπημένη ιστορία των Ελλήνων Εβραίων.

Η Ρεζάν, με μακρά διεθνή διαδρομή στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το θέατρο, κινείται εδώ ανάμεσα στην προσωπική ματιά και τη συλλογική μνήμη. Γνωστή από τη συμμετοχή της σε μεγάλες αμερικανικές παραγωγές («The Good Wife»), αλλά και από συνεργασίες με εμβληματικές προσωπικότητες της τέχνης (Μίκης Θεοδωράκης, Χούλιο Ιγκλέσιας, Πολ ΜακΚάρτνεϊ), επιστρέφει στην Ελλάδα, υπογράφοντας το σκηνοθετικό της ντεμπούτο «Οι δικοί μου άνθρωποι» (My People).

Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτής της ταινίας;

Σκηνή από το ντοκιμαντέρ “Οι Δικού μου Άνθρωποι”

Η ιδέα μπήκε στο μυαλό μου όταν ήμουν έφηβη. Οταν τελείωσα το σχολείο και άρχισα να κινούμαι στο εξωτερικό, στην Αμερική και στην Ευρώπη, παρατηρούσα ότι δεν είναι γνωστός ο σπουδαίος ρόλος της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ούτε ο ρόλος που έπαιξε η Εθνική Αντίσταση, ούτε φυσικά ότι υπήρξε στην Ελλάδα σημαντικός εβραϊκός πληθυσμός που χάθηκε στο Ολοκαύτωμα. Ελεγα συνέχεια ότι πρέπει να κάνω αυτή την ταινία και κάποια στιγμή ο Ζαφείρης Χαϊτίδης (σ.σ.: ο κινηματογραφιστής έχει τη Διεύθυνση Φωτογραφίας στο ντοκιμαντέρ) μού είπε: «Κάν’ την εσύ».

Από το 2016 μέχρι το 2020 υπήρχε συνεχής δουλειά. Υπήρξαν στιγμές που δεν καταλάβαινα αν θα τα καταφέρουμε. Θυμάμαι όμως ότι είδε την ταινία στη Νέα Υόρκη ο Ρικ Σβαρτς, παραγωγός τότε της Miramax, και μου είπε «προχώρα». Οπως και ο Γκάρι Μάρσαλ, ο σκηνοθέτης του Pretty Woman (1990), ο οποίος ήταν πάρα πολύ υποστηρικτικός. Γιατί και εγώ κάποια στιγμή έχασα την αίσθηση του τι κάνουμε κι αν θα τα καταφέρουμε, αφού είχαν προστεθεί και οι οικονομικές δυσκολίες. Επένδυσα πολλά δικά μου χρήματα στην ταινία. Και στην πορεία μπήκαν και δύο ξένοι παραγωγοί (σ.σ. ο βραβευμένος δις με Οσκαρ Κιμ Μάγκνουσον και ο υποψήφιος για Οσκαρ Μίτσελ Μπλοκ), οι οποίοι γνώριζαν τη δουλειά μου ως ηθοποιού στην Αμερική. Τους μίλησα για το project και ενδιαφέρθηκαν. Ηταν πολύ υποστηρικτικοί και η παρουσία τους μου έδωσε δύναμη να προχωρήσω.

Πώς βρήκες τους επιζώντες και πόσο δύσκολο ήταν να ακούς αυτές τις τρομακτικές εμπειρίες; Πόσο σε επηρέασε αυτό;

Αυτούς τους ανθρώπους τούς είχε βρει ο Γιώργος Πηλιχός (μεταξύ άλλων συγγραφέας του λευκώματος: «Αουσβιτς - Ελληνες - Αριθμός Μελλοθανάτου»), ο οποίος έχει κάνει την πιο σπουδαία έρευνα που έχει γίνει ποτέ για τους Ελληνες Εβραίους του Αουσβιτς. Εκείνος με έφερε σε επαφή μαζί τους. Οταν ήρθε η ώρα για να καταγράψουμε τις μαρτυρίες τους, ένιωσαν πολύ άνετα μαζί μου γιατί είμαι ένας ανοιχτός άνθρωπος. Αντιλήφθηκαν λοιπόν ότι ήθελα να τους ακούσω πραγματικά και γι’ αυτό μοιράστηκαν πολλά πράγματα που δεν τα είχαν ξαναπεί ποτέ.

Βέβαια ήταν πάρα πολύ δύσκολο ακόμη και το να ακούω αυτές τις ιστορίες. Υπήρχαν μέρες που μετά τα γυρίσματα πηγαίναμε για φαγητό με τον Ζαφείρη και εγώ έκλαιγα. Ναι, ήταν πολύ επώδυνο αλλά είχε και θετική όψη όλο αυτό, γιατί αισθανόμουν ότι συναντάω «σούπερ ήρωες» από κοντά. «Σούπερ ήρωες» για μένα δεν είναι επειδή τους συνέβησαν όλα αυτά τα άσχημα, αλλά επειδή μετά αποφάσισαν να ζήσουν τη ζωή τους. Οπότε από τη μια στεναχωριόμουν που τα άκουγα όλα αυτά, αλλά κι από την άλλη μού έδινε δύναμη και πίστευα ότι όλο αυτό που βλέπουμε στο ντοκιμαντέρ, θα δώσει μεγάλη δύναμη και στον θεατή. Γιατί τα έργα τα κάνουμε για τους θεατές, όχι για να τα χαιρόμαστε μεταξύ μας.

Στο ντοκιμαντέρ η Εθνική Αντίσταση και το ΕΑΜ έχουν κεντρική θέση στην αφήγηση. Γιατί ήταν για εσένα τόσο σημαντικό να αναδειχθεί αυτός ο ρόλος;

Σκηνή από το ντοκιμαντέρ “Οι Δικού μου Άνθρωποι”

Με ενδιέφερε να υπάρχει μια αμερικανική ταινία που να δείχνει την ιστορική αξία του ΕΑΜ. Αυτό είναι ένα τεράστιο κομμάτι της ταινίας και με λυπεί πολύ που σε διάφορα άρθρα ελληνικών ΜΜΕ για την ταινία δεν αναφέρεται. Για μένα ήταν πολύ σημαντικό η δράση του ΕΑΜ να ακουστεί πέρα από την Ελλάδα, σε όλα τα μέρη του κόσμου όπου προβλήθηκε το έργο, γιατί θεωρώ ότι μας τιμά πολύ ως Ελληνες. Οι άνθρωποι εκείνοι έκαναν κάτι απίστευτο, ενάντια σε έναν καλά οργανωμένο στρατό. Οι Γερμανοί μάς είχαν επιτεθεί με βαρύ πυροβολικό και εμείς είχαμε κάτι σφεντόνες.

Μέσα από αυτούς τους ανθρώπους βλέπουμε την επιτομή της αγάπης για τον άλλο: έδειξαν μια γενναιότητα λιονταριού, ενώ θα μπορούσαν να δεχτούν την υποτιθέμενη μοίρα τους όπως έγινε σε άλλες χώρες. Η αντίσταση της Ελλάδας ήταν πρωτοφανής και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έκβαση του πολέμου. Και ο ελληνικός στρατός που πολεμούσε στη Μέση Ανατολή βοήθησε πάρα πολύ. Ολοι βοήθησαν πάρα πολύ.

Για μένα ήταν συγκλονιστικό ότι ήμασταν στην Ουάσινγκτον με μέλη του Κογκρέσου και βλέπαμε τον Αρη Βελουχιώτη στην οθόνη. Οι άνθρωποι τότε είχαν αριστερές πεποιθήσεις γιατί ήθελαν να κάνουν έναν καλύτερο κόσμο και πιο φιλικό προς τον... χρήστη. Εγώ θα ήθελα πάρα πολύ να δω τον Αρη Βελουχιώτη και να τον αγκαλιάσω.

Στο ντοκιμαντέρ αναδεικνύεται η δύναμη της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης απέναντι σε έναν κοινό εχθρό. Είναι αυτό το κεντρικό μήνυμα της ταινίας, ότι η πίστη στον άνθρωπο και στο καλό μπορεί να υπερνικήσει το κακό;

Ναι, βέβαια. Αυτό είναι το μήνυμα του ντοκιμαντέρ. Το νόημα είναι να μάθουμε εμείς από τα καλά παραδείγματα, να μας εμπνεύσουν και να μας βοηθήσουν να πιστέψουμε, γιατί εδώ είναι το θέμα: σήμερα υπάρχει τεράστια έλλειψη πίστης στο καλό, ενώ είναι προφανές ότι το καλό νικάει πάντα. Η αγάπη νικάει πάντα, είναι η μεγαλύτερη δύναμη. Αλλά δυστυχώς εδώ και πάρα πολλά χρόνια οι άνθρωποι έχουν κουραστεί κι έχουν χάσει την πίστη τους. Το πρόβλημα είναι ότι δεν γίνεται επανάσταση γιατί ο κόσμος δεν πιστεύει ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα. Ο κόσμος έχει απογοητευτεί κι αυτό πρέπει να αλλάξει.

Δεν είναι παράλογο που υπάρχει μια απογοήτευση, ένας πεσιμισμός στις μέρες μας. Το θέμα είναι να στρέψουμε την κάμερα, την κινηματογραφική αλλά και την κάμερα του μυαλού μας, προς τη ζωή, σε όλα αυτά που έχουμε και να είμαστε ευγνώμονες. Μόνο έτσι τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα. Να υπάρχει αλληλεγγύη. Τα media θεωρώ ότι προσπαθούν να πείσουν ότι δεν υπάρχει. Εγώ δεν το πιστεύω αυτό. Εγώ βλέπω ότι όταν γίνεται μια καταστροφή, φωτιά, πλημμύρα, οι άνθρωποι σπεύδουν να βοηθήσουν. Υπάρχουν πάρα πολύ ωραίες ιστορίες αλληλεγγύης και μέσω του instagram μου συχνά μοιράζομαι ιστορίες με θετικά και αισιόδοξα μηνύματα για ανθρώπους που βοηθάνε κόσμο. Θεωρώ ότι υπάρχει το καλό, απλώς δεν προβάλλεται όσο θα έπρεπε.

Κι επιστρέφοντας στο τότε, ο μόνος λόγος που επέζησαν αυτοί οι άνθρωποι -το λένε και μόνοι τους- ήταν γιατί κάποιος, με κάποιο τρόπο, τους βοήθησε, αλλιώς δεν θα υπήρχαν επιζώντες. Βλέπουμε και πολλές ανάλογες ιστορίες αλληλεγγύης και στο πολύ αξιόλογο έργο «Μαουτχάουζεν» (2023) των Παναγιώτη Κουντουρά και Αρίσταρχου Παπαδανιήλ.

Θα ήθελα να μου πεις δυο λόγια για τους συνεργάτες και τους ανθρώπους που σε βοήθησαν ώστε να υλοποιηθεί αυτή η ταινία.

Με τον Γκάρυ Μάρσαλ σκηνοθέτη του Pretty Woman (1990)

Στην αρχή ήμασταν μόνο εγώ και ο Ζαφείρης Χαϊτίδης, που είναι ένας εξαίρετος κινηματογραφιστής. Βοήθησαν πάρα πολλοί άνθρωποι: ο Αστέρης Κούτουλας με τον οποίο είχα συνεργαστεί και στην ταινία «Ταξιδεύοντας με τον Μίκη» (2007). Ο Χρόνης Θεοχάρης που είναι ένας σπουδαίος μοντέρ, ο Παντελής Κοντογιάννης που γράψαμε μαζί το σενάριο. Μάλιστα, όταν το γράφαμε και καταγράφαμε όλα αυτά τα πράγματα μέχρι τις πέντε το πρωί, μας έπιανε εθνική περηφάνια. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο Βίκτωρας Ρέστης καθώς και η δημοσιογράφος Ελένη Πυργιώτη που είναι και συμπαραγωγός. Ο Μίκης Μοδιάνο, ο Τάσος Ψαλιδάκης, στην Αμερική ο George Choriatis στήριξαν πολύ την ταινία. Φυσικά και φίλοι μου, οι οποίοι με υποστήριξαν και έχουν μπει, εννοείται, όλοι στα special thanks των τίτλων τέλους. Η δημιουργία αυτής της ταινίας είναι μια μικρογραφία όσων βλέπουμε και μέσα: μια ιστορία αλληλεγγύης και στήριξης. Στη δική μου περίπτωση, πολλοί με στήριξαν για να μπορέσει να γίνει τον ντοκιμαντέρ και χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσε να γίνει τίποτα.

Ποια είναι τα μελλοντικά σχέδιά σου;

Είμαι πολύ χαρούμενη που η ταινία προβάλλεται σε τόσα μέρη του κόσμου, στην Αυστραλία, στην Αμερική, και που υπάρχει και θα μείνει. Σε ένα επόμενο βήμα, πέρα από την εργασία μου που τη συνεχίζω, παίζω σε μια σειρά η οποία στην Αμερική λέγεται Great Kills. Επίσης είμαι και σε μια ταινία φαντασίας, τη «Mr. Blue Shirt: The Inspiration», που κάνει τώρα γυρίσματα στη Πενσιλβάνια. Ενδεχομένως θα σκηνοθετήσω μια αμερικανική ρομαντική κομεντί και είναι πιθανό να κάνω γυρίσματα και στην Ελλάδα, αλλά και ακόμα μία που θα διαδραματίζεται στον Β’ Παγκόσμιο, όμως αυτή τη φορά θα είναι μυθοπλαστική.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (28-01-2026)

Previous
Previous

Συνέντευξη Εύα Στεφανή

Next
Next

Συνέντευξη Ηλίας Δημητρίου