Εθνικός Θησαυρός
★★★☆☆ (Kokuhô, Ιαπωνία, 2025, 175’)
Σκηνοθεσία: Σανγκ-ιλ Λι
Ηθοποιοί: Ρίο Γιοσιζάβα, Ριουσέι Γιοκοχάμα, Μιτσούκι Τακαχάτα
Με διάρκεια τριών ωρών, η νέα ταινία του Sang-il Lee (γνωστού από το ριμέικ της ταινίας του Κλίντ Ίστγουντ «Οι Ασυγχώριτοι» (2013) αποτίει φόρο τιμής σε μία από τις μακροβιότερες τέχνες της ιαπωνικής παράδοσης, το Καμπούκι, και ταυτόχρονα αφηγείται μια ιστορία σύγκρουσης δύο αντρών. Ξεκινώντας από το Ναγκασάκι του 1964 και εκτεινόμενη σε βάθος πενήντα ετών, η ταινία ξεδιπλώνει μια αφήγηση που πραγματεύεται πολύπλοκα ζητήματα, όπως η εμμονική αφοσίωση στην τέχνη, η επιδίωξη της επιτυχίας, αλλά και η σκληρή φύση της ίδιας της τέχνης του Καμπούκι, που μοιάζει να εγκλωβίζει όποιον παραδοθεί στη γοητεία της.
Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Σουίτσι Γιόσιντα, η ταινία αφηγείται την ιστορία του Κικούο, ο οποίος, μετά τον θάνατο του πατέρα του - αρχηγού μιας συμμορίας Γιακούζα - γίνεται προστατευόμενος ενός διάσημου ηθοποιού Καμπούκι. Μαζί με τον γιο του, Σουνσούκε, αφιερώνεται στην τέχνη αυτή, με τους δύο να μεγαλώνουν και να εξελίσσονται παράλληλα, από τη μαθητεία έως τα μεγαλύτερα θέατρα της Ιαπωνίας, μέσα από δόξα, σκάνδαλα, αδελφοσύνη και προδοσίες. Ένας από τους δύο θα γίνει ο σπουδαιότερος ηθοποιός της τέχνης του Καμπούκι.
Η ταινία του Λι αποτελεί ένα επίτευγμα σκηνοθετικής ευφυΐας και μαεστρικής διαχείρισης των ηθοποιών, με έναν εξαιρετικό Ρίο Γιοσιζάβα, και κερδίζει το στοίχημα, καθώς καταφέρνει να σε παρασύρει μέσα στον κόσμο που «χτίζει». Παίρνει μια τέχνη που το ευρύ δυτικό κοινό δεν γνωρίζει καλά και την ενσωματώνει οργανικά στην ταινία του, όχι απλώς ως φόντο αλλά ως το βασικό και κυριότερο συστατικό της αφήγησης. Την αναδεικνύει μέσα από μακροσκελείς σκηνές που παρουσιάζουν στιγμιότυπα από διάφορα έργα του Καμπούκι, με τίτλους που εξηγούν ποιο έργο παρακολουθούμε και την πλοκή του, προκαλώντας δέος για αυτή την πολύπλοκη και εκθαμβωτική τέχνη.
Ο διευθυντής φωτογραφίας Sofian El Fani («Η Ζωή της Αντέλ», 2013), με τα φωτεινά χρώματα, αναδεικνύει την εξαιρετική σκηνογραφία και τα κοστούμια, δημιουργώντας μια χρωματική παλέτα ευδιάκριτη και πλήρως εναρμονισμένη με την ιαπωνική παράδοση. Πραγματικά, η ταινία λάμπει σε όλους τους τομείς: ρούχα, σκηνικά και η μουσική του Mariko Hara, που σε αιχμαλωτίζει, συνθέτουν ένα έργο οπτικής πανδαισίας, το οποίο εξυψώνει την τέχνη του Καμπούκι σε κάτι μοναδικό.
Αν όμως «ξύσουμε» αυτή την εκθαμβωτική λάμψη που προβάλλει η ταινία, η κεντρική της ιστορία φαίνεται να εξυπηρετεί περισσότερο την ανάγκη του Λι να παρουσιάσει το Καμπούκι και όχι το αντίθετο. Η αφήγηση λειτουργεί κυρίως ως αφορμή για να στηθούν αυτές οι εντυπωσιακές σκηνές και μοιάζει γνώριμη, συχνά τετριμμένη, γεμάτη κλισέ ενός μελοδράματος. Το δράμα του Λι δεν ξεφεύγει ποτέ από τη βασική σύγκρουση των δύο πρωταγωνιστών, προσεγγίζοντας τη σχέση τους με έναν επιφανειακό τρόπο. Οι χαρακτήρες του σκιαγραφούνται με μια ψυχρή αποστασιοποίηση, χωρίς ποτέ να έχουν συναισθηματικό βάθος και αυτή η έλλειψη είναι που αποδυναμώνει τελικά την ταινία καθιστώντας την ένα καλοφτιαγμένο έργο για την τέχνη του Καμπούκι αλλά όχι μια καλοφτιαγμένη μυθοπλαστική ιστορία.
*Η κριτικη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (16-04-2026)