Το Παγώνι

★★★½☆☆ (Peacock, Αυστρία, Γερμανία, 2024, 102’)

  • Σκηνοθεσία: Μπέρνχαρντ Βένγκερ

  • Ηθοποιοί: Αλμπρεχτ Σουχ, Τζούλια Φραντς, Ρίχτερ, Αντον Νούρι

Ο Αυστριακός Μπέρνχαρντ Βένγκερ στο μεγάλου μήκους ντεμπούτο του υπογράφει μια κωμωδία γεμάτη κοφτερή σάτιρα, που σχολιάζει χωρίς διδακτισμό τη ρηχότητα των σύγχρονων κοινωνιών. Ο Ματίας είναι επαγγελματίας στο να υποδύεται ρόλους. Θέλετε έναν «καλλιεργημένο φίλο» για να εντυπωσιάσετε την παρέα σας; Εναν «τέλειο γιο» για να αλλάξετε τη γνώμη των συνεργατών σας; Ή έναν παρτενέρ για πρόβα σε καβγά εν όψει διαζυγίου; Αρκεί να νοικιάσετε τον Ματίας. Στην καθημερινότητά του ικανοποιεί τις πιο παράξενες κοινωνικές ανάγκες, αλλά αποτυγχάνει σε ένα βασικό πράγμα: να είναι ο εαυτός του. Οταν η κοπέλα του τον εγκαταλείπει γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη αλλά και αισιόδοξη πορεία αυτογνωσίας.

Με τη βοήθεια της εξαιρετικής ερμηνείας του Αλμπρεχτ Σουχ ο Μπέρνχαρντ Βένγκερ δημιουργεί έναν γοητευτικό αντιήρωα: τον Ματίας, την επιτομή της «ψεύτικης εικόνας». Εναν άνθρωπο χωρίς ταυτότητα, που αλλάζει ρόλους σαν χαμαιλέοντας, αλλά αδυνατεί να ανακαλύψει ποιος είναι στην πραγματικότητα. Μέσα από την κρίση ταυτότητας που βιώνει ο ήρωας ο Βένγκερ σατιρίζει όχι μόνο τη σύγχρονη κοινωνία, αλλά και τον ίδιο τον πρωταγωνιστή του. Ο καταναλωτισμός, η ματαιοδοξία του lifestyle και η ψευδαίσθηση εγγύτητας που καλλιεργούν τα social media σχολιάζονται με λεπτό χιούμορ, ενώ η γνώριμη, αποστασιοποιημένη ματιά του αυστριακού σινεμά ενσωματώνεται δημιουργικά, φτάνοντας μέχρι και στον αυτοσαρκασμό για την έλλειψη οικειότητας που κάποιες φορές το χαρακτηρίζει.

«Το παγώνι» θυμίζει το κινηματογραφικό σύμπαν του Λάνθιμου και του Εστλουντ («Το τρίγωνο της θλίψης», Triangle of Sadness, 2022, 147’), ενώ συγγενεύει και με τον «Οίκτο» (2018, 97’) του Μπάμπη Μακρίδη διατηρώντας όμως μια δική του γλώσσα που μπορεί να μην πρωτοτυπεί πάντα, αλλά καταφέρνει να ξεχωρίσει. Η σάτιρα, λεπτή, κοφτερή και ευφυής, ζωντανεύει μέσα από τα καλοσχεδιασμένα κάδρα του Βένγκερ, γεμάτα οπτικά γκαγκ έτοιμα να προκαλέσουν το γέλιο. Παρ’ ότι καυστική, η σάτιρα δεν επιδιώκει να αποδώσει ευθύνες ούτε να κατηγορήσει τους ανθρώπους ως «ψεύτικους». Αντίθετα, καλλιεργεί σταδιακά τη συμπάθεια προς τον Ματίας. Για την κρίση του δεν ευθύνεται μόνο η κοινωνία αλλά και ο ίδιος κι όσο τον βλέπουμε να αλλάζει, γελάμε μαζί του αλλά ταυτόχρονα τον συμπαθούμε όλο και περισσότερο.

Η σάτιρα ωστόσο δεν πετυχαίνει πάντα τον στόχο της, ενώ οι δευτερεύοντες χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται αρκετά και μοιάζουν σχηματικοί, δίνοντας την εντύπωση πως το σενάριο δεν επιδιώκει να εμβαθύνει πέρα από την κεντρική ιδέα και τη δημιουργία κωμικών καταστάσεων, κάτι που μπορεί να φανεί σε κάποιους θεατές ως επιτήδευση.

*Η κριτική δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (21-08-2025)

Previous
Previous

Η Μεγάλη Μέρα

Next
Next

Ο Τιμωρός