Κάφκα και κινηματογράφος: Ο «κινηματογραφικός» Κάφκα
Αριστερά: Κάφκα και κινηματογράφος
Συγγραφέας: Κοσκινάς Νικόλαος-Ιωάννης
Εκδόσεις: Ροές
Σελ: 328
Δεξιά: Φραντς Κάφκα
Καθώς ετοιμάζεται να προβληθεί στις ελληνικές αίθουσες η νέα ταινία της Ανιέσκα Χόλαντ («Europa Europa», 1991), «Φραντς Κάφκα» («Franz»), η οποία επιχειρεί να αποδώσει με έναν διαφορετικό τρόπο τη ζωή του εμβληματικού λογοτέχνη του 20ού αιώνα, του οποίου τα κείμενα, μέχρι και σήμερα, αποτελούν αφορμή για εκ νέου έρευνα και συζήτηση, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροές η μελέτη του Ν.Ι. Κοσκινά (Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Humboldt του Βερολίνου), «Κάφκα και Κινηματογράφος, Ο «κινηματογραφικός» Κάφκα». Η συγκεκριμένη μελέτη επιχειρεί να αναλύσει το έργο του Κάφκα και τη συσχέτισή του με τον πρώιμο κινηματογράφο, όχι όμως ως προς το πώς επηρεάστηκε η έβδομη τέχνη από το έργο του, αλλά το πώς η νεοσύστατη αυτή τέχνη αποτέλεσε έμπνευση και επηρέασε τη γραφή του.
Η μελέτη ξεκινά με στόχο πρώτα να αποδομήσει τον μυθοποιημένο Κάφκα. Το όνομά του συχνά συνοδεύεται από μια σειρά στερεοτύπων, που πηγάζουν από εύκολες και επιφανειακές αναγνώσεις του έργου του και συνδυάζονται με παρανοήσεις γύρω από την ίδια του την ζωή. Ο συγγραφέας αποδομεί τέσσερις βασικούς μύθους: α) ότι ήταν εσωστρεφής και αποστασιοποιημένος από την κοινωνία, β) ότι δεν είναι πολιτικός συγγραφέας, γ) ότι είναι ζοφερός και απαισιόδοξος και δ) ότι δεν διαθέτει χιούμορ. Διαλύοντας αυτά τα στερεότυπα, μέσα από μια συνοπτική αλλά ενδελεχή έρευνα – αντλώντας στοιχεία τόσο από τις βιογραφίες, τα προσωπικά ημερολόγια και άλλες μελέτες για τη ζωή και το έργο του – ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να αντιληφθεί την παρανόηση που περιβάλλει τον Κάφκα και να κατανοήσει γιατί υπήρξε ένας πολύπλευρος συγγραφέας που το έργο του έχει πολλαπλές ερμηνείες. Ενώ ανοίγει με αυτό τον τρόπο και ο δρόμος για μια διαφορετική και πιο ανοιχτή προσέγγιση του έργου του Κάφκα σε σχέση με τον πρώιμο κινηματογράφο, του οποίου υπήρξε ένθερμος θεατής, όπως αποδεικνύεται από τα ημερολόγια και τις επιστολές του.
Ο Κοσκινάς παρουσιάζει το ιστορικό πλαίσιο του πρώιμου κινηματογράφου, με ένα ενδιαφέρον τρόπο, καταγράφοντας την ιστορία και αποκαλύπτοντας πτυχές που ενδέχεται οι αναγνώστες που έχουν μικρότερη επαφή με την ιστορία του κινηματογράφου να μην γνωρίζουν (όπως ότι ο λεγόμενος «βουβός» κινηματογράφος δεν υπήρξε στη πραγματικότητα «βουβός» καθώς συνήθως οι προβολές συνοδεύονταν από ήχους ή ορχηστρική μουσική. Δίνοντας το ιστορικό πλαίσιο και αναλύοντας αυτές τις πτυχές, ο Κοσκινάς «χτίζει» μια γέφυρα που εξηγεί γιατί στο έργο του Κάφκα μπορούμε να εντοπίσουμε ποικίλες μεθόδους της έβδομης τέχνης.
Μέσα από μια διαμεσική προσέγγιση – όρος που χρησιμοποιείται στις σπουδές τέχνης και μέσων για να περιγράψει τη σχέση, την αλληλεπίδραση και τη διασταύρωση μεταξύ διαφορετικών μέσων έκφρασης – ο συγγραφέας αναζητά τις συνδέσεις ανάμεσα στη γραφή του Κάφκα και τις κινηματογραφικές τεχνικές. Ταυτόχρονα εξετάζεται και το πως ο Κάφκα ενώ υπήρξε θεατής διατήρησε μια αμφίσημη σχέση με τον κινηματογράφο. Αναμενόμενο, καθώς ένα μέσο που βασιζόταν στον εντυπωσιασμό της εικόνας μπορούσε να εκληφθεί τότε ως μια άμεση απειλή για τον λόγο. Ωστόσο όπως διαφαίνεται και μέσα από την μελέτη τελικά ο Κάφκα διέκρινε στο νέο μέσο νέες δυνατότητες που θα μπορούσε να ενσωματώσει στο σώμα του έργου του, δίνοντάς του νέα υπόσταση.
Οι αναλύσεις του Κοσκινά είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, καθώς εντοπίζουν ουσιαστικά σημεία σύγκλισης της γραφής του Κάφκα με κινηματογραφικές τεχνικές, αναδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο το πως διαμορφώθηκαν οι ιστορίες και το σύμπαν του μέσα από μια προσεκτική τοποθέτηση της «λογοτεχνικής κάμερας», με την οποία φωτίζονται οι θεματικές του. Αν ιστορίες του διαβαστούν υπό το πρίσμα της επιρροής του κινηματογράφου, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι συχνά χρησιμοποιούνται τεχνικές που άμεσα παραπέμπουν στο κινηματογράφο, όπως το camera eye, η αίσθηση της κινούμενης κάμερας, η χρήση φωτοσκιάσεων, το mise-en-scène (τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται οπτικά μια σκηνή και συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία ατμόσφαιρας και νοήματος) ή ο ήχος εκτός κάδρου και το κινηματογραφικό χιούμορ που αντλεί έμπνευση από το slapstick (μορφή κωμωδίας που βασίζεται κυρίως στη σωματική δράση και την υπερβολή: πτώσεις, καταδιώξεις, γκάφες, μηχανικές κινήσεις και γενικά καταστάσεις όπου το σώμα γίνεται φορέας του γέλιου).
Ο Κοσκινάς συνδυάζει τη φιλολογική ανάλυση με τη θεωρία του κινηματογράφου και, μέσα από τη διαμεσικότητα, εξετάζει πτυχές συγκεκριμένων έργων του Κάφκα, όπως «Η Δίκη», «Στη Σωφρονιστική Αποικία» κ.ά., με το τελευταίο κεφάλαιο να επικεντρώνεται σε μια συνοπτική αλλά ενδελεχή ανάλυση του «Μια Αδελφοκτονία», ένα έργο που θα μπορούσε να ιδωθεί ως πρόδρομος του φιλμ νουάρ.
Όπως αναφέρει ο Κοσκινάς: «Η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι ο σκεπτικισμός του Κάφκα απέναντι στη φθαρμένη γλώσσα της νεωτερικότητας […] τον οδήγησε σε μια μορφή αφήγησης που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην οπτικοποίηση […]» (σελ. 289). Μέσα από τις αναλύσεις του βιβλίου, ο αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί ότι ο Κοσκινάς έχει ταξινομήσει το υλικό του με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή η θέση να εδράζεται σε μια στέρεη βάση.
Ο Κάφκα υπήρξε ένας συγγραφέας που έζησε την εποχή του και αντιλήφθηκε τις αλλαγές, καθώς και το τι μέλλει γενέσθαι. Ήταν «[…] δεινός παρατηρητής, ή ακόμα καλύτερα “σημάντορας πυρκαγιάς”. […] κατέγραφε, με σχεδόν επώδυνη διαύγεια, τα σημάδια μιας ήδη υπάρχουσας κρίσης που οι περισσότεροι αδυνατούσαν ή αρνούνταν να δουν» (σελ. 287). Η λογοτεχνία του αποτέλεσε τομή, υπήρξε ένας συγγραφέας που επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει τους καλλιτέχνες. Το βιβλίο του Κοσκινά «φωτίζει» με λεπτομερή και κατανοητό τρόπο τη σχέση του Κάφκα με τον κινηματογράφο, ενώ, όπως αναφέρεται, σύντομα θα ακολουθήσει ένας δεύτερος τόμος, στον οποίο θα αναλυθεί το πώς ο κινηματογράφος επηρεάστηκε έντονα από το έργο του μεγάλου συγγραφέα.
*Η κριτική δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (19-03-2026)