Σουπερόσαυρος
Αριστερά: Σουπερόσαυρος
Συγγραφέας: Μέργεμ Ελ Μεγντάτι
Μετάφραση: Ντούμη Ιφιγένεια
Εκδόσεις: Carnivora
Σελ: 382
Δεξιά: Η συγγραφέας Μέργεμ Ελ Μεγντάτι
Στην καινούργια ταινία του Τζιμ Τζάρμους, «Father Mother Sister Brother» (2025), υπάρχει μια συγκεκριμένη σκηνή: ένας άντρας και μια γυναίκα, αδέρφια, επισκέπτονται το οικογενειακό τους διαμέρισμα στο Παρίσι, λίγο μετά τον θάνατο των γονιών τους. Καθώς μπαίνει στην κουζίνα η Skye (Indya Moore) κάθεται πάνω στα μάτια του φούρνου και ρωτά τον αδερφό της, τον Billy (Luka Sabbat), αν θυμάται τον πατέρα τους και αυτά που μαγείρευε. Αυτή η απλή ερώτηση ξετυλίγει ένα κουβάρι αναμνήσεων, μια ευχάριστη εικόνα ενός πατέρα που μαγειρεύει για τα παιδιά του, μια πράξη που έχει χαθεί πια εξαιτίας του θανάτου του.
Βλέποντας αυτή τη σκηνή αμέσως μου ήρθε στο μυαλό το πρώτο βιβλίο της Μέργεμ Ελ Μεγντάτι, «Σουπερόσαυρος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Carnivora, σε μετάφραση της Ιφιγένειας Ντούμη. Σε ένα σημείο η πρωταγωνίστρια μιλά για τη σημασία των γονιών της και την παρουσία τους, συνδέοντάς την άρρηκτα με το μαγείρεμα: «Εδώ και καιρό έχω συνειδητοποιήσει ότι θα έρθει η μέρα που οι γονείς μας δεν θα είναι εδώ για να μας μαγειρεύουν τα φαγητά που αγαπάμε. Το μαγείρεμά τους θα χαθεί μαζί τους, κι εγώ θα πεθάνω από θλίψη».
Στον «Σουπερόσαυρο» οι οικογενειακές σχέσεις, η εργασία, η ταξική ανισότητα και η καθημερινή πάλη με μια κοινωνία που κινείται στους ρυθμούς ενός άκρατου καπιταλισμού συγκρούονται και συνδέονται μέσα από την απλή, κοφτερή και καυστική γλώσσα της συγγραφέως.
Αν ανήκεις στη γενιά των Millennials, αμέσως ταυτίζεσαι με το βιβλίο της. Το έργο λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνίας που βιώνουμε και μέσα στις σελίδες του ανακαλύπτεις πολύ εύκολα τον εαυτό σου και την καθημερινότητα της Ελλάδας - και ας λαμβάνει χώρα η ιστορία στα Κανάρια Νησιά. Η Μεγντάτι με ωμό ρεαλισμό «απογυμνώνει» μια κοινωνία που ωθεί τους νέους ανθρώπους σε έναν φαύλο κύκλο, που καθημερινά τους αφαιρεί κάθε τι ανθρώπινο και τους εγκλωβίζει, αναγκάζοντάς τους να κινούνται μέσα σε ένα σύστημα που ζητά πολλά αλλά δίνει πίσω πολύ λίγα.
Ο ωμός ρεαλισμός της όμως συνοδεύεται με ένα ιδιαίτερο χιούμορ και στιγμές που «φωτίζουν» τη ζωή της εικοσιπεντάχρονης Μέργεμ, δίνοντάς της μια ελπίδα. Η Μεγντάτι σκιαγραφεί τη ζωή της ηρωίδας της που έχει καταγωγή από το Μαρόκο, αλλά ζει και εργάζεται στο Πουέρτο ντε Μουγκάν στα Γκραν Κανάρια. Μόλις έχει πιάσει δουλειά στα γραφεία μιας μεγάλης αλυσίδας σουπερμάρκετ, του «Σουπερόσαυρου». Υποαμειβόμενη, σε ένα εργασιακό περιβάλλον όπου η παθητική επιθετικότητα, οι μικροεξουσίες, η απαξίωση και ο ρατσισμός που βιώνει μέσα από φαινομενικά ασήμαντα πράγματα (π.χ. κανείς ποτέ δεν κάνει τον κόπο να πει σωστά το όνομά της) συνθέτουν το μωσαϊκό μιας καθημερινότητάς που εξιστορείται μέσα από μια ημερολογιακή γραφή.
Η συγγραφέας περιγράφει με απόλυτη ειλικρίνεια την εποχή μας. Μέσα από μικρά κεφάλαια, μετακινούμαστε στις μέρες, τους μήνες και τα χρόνια μιας κοπέλας που προσπαθεί να βρει τον εαυτό της και τη θέση της στον κόσμο. Οι σκέψεις τρέχουν γρήγορα, διακόπτονται κι επανεκκινούν και μέσα από τον χείμαρρό τους και τις προσωπικές της μάχες -τόσο σε εργασιακό αλλά και σε προσωπικό επίπεδο- ξετυλίγεται η προσωπικότητα μιας κοπέλας που πασχίζει να συνδεθεί με τη σύγχρονη κοινωνία. Διαβάζοντας το βιβλίο, συνδέεσαι άμεσα μαζί της, γιατί στο πρόσωπό της αναγνωρίζεις όλες τις υπαρξιακές και ηθικές προκλήσεις της εποχής μας.
Τι και αν το ημερολόγιο της Μέργεμ γράφει 2016, τι και αν το βιβλίο εκδόθηκε πρώτη φορά το 2022, όλα όσα ζει και έρχεται αντιμέτωπη η ηρωίδα είναι μια αντανάκλαση του σήμερα και θυμίζουν έντονα την κατάσταση στη χώρα μας. Ενοίκια που εκτοξεύονται: «[…] κοστίζουν 650-700 ευρώ για 22-25 τετραγωνικά, χωρίς έπιπλα, με ένα παράθυρο, με δύο μήνες εγγύηση και μεσιτικά. Πληρώνεις για να ζεις σε τρύπα», τράπεζες που προσφέρουν δάνεια με ένα κλικ και ένας τόπος που βουλιάζει από τον υπερτουρισμό, αφήνοντας τους κατοίκους να ζουν στη σκιά μιας δήθεν ανάπτυξης, αναγκασμένοι να υποστούν όλα τα αρνητικά της.
Oμως η Μεγντάτι σκιαγραφεί τη γενιά της μέσα και από τις δικές της ανασφάλειες και αδυναμίες, απόρροια φυσικά του κόσμου που «χτίστηκε» γύρω της. Το instagram, το twitter λειτουργούν ως εργαλεία που δύσκολα αποχωρίζεσαι. Η συγγραφέας συνοψίζει τέλεια σε μια πρόταση την εξάρτησή μας πια από τα social: «Τέλος. Διαγράφω τους λογαριασμούς, εξαφανίζομαι: αντίο instagram, twitter, messenger. Αντέχω μία μέρα, δύο, τρεις μετά δυσκολίας. Μετά με πιάνει φόβος ότι κάτι χάνω». Αυτός ο φόβος ότι ο κόσμος προχωρά γύρω σου μέσα από τα social και ότι αποκόβεσαι από μια εικονική πραγματικότητα, δημιουργεί ένα αφόρητο άγχος και τελικά ξαναγυρίζεις, συνεχίζοντας να σκρολάρεις, να αναζητάς την επιβεβαίωση. Ακόμα και η ερωτική σχέση, η έλξη της Μέργεμ για έναν συνάδελφό της, αναπτύσσεται με μια ειλικρίνεια που ακουμπά πάνω στην πραγματικότητα, μακριά από την ωραιοποίηση.
Η Μεγντάτι ποτέ δεν κυνηγά το στρογγύλεμα, δίνει την πραγματικότητα όπως είναι: γεμάτη κοφτερές γωνίες, έτοιμες να σου προκαλέσουν επιφανειακό ή βαθύ τραύμα, οποιαδήποτε στιγμή.
Στο βιβλίο η οικογένεια έχει κεντρικό ρόλο. Είναι το αντίβαρο σε έναν κόσμο που μέρα με τη μέρα οδηγείται σε μια ακόμα πιο σκληρή στάση. Οικογενειακές στιγμές γεμάτες ζεστασιά, γονείς που προσπαθούν όσο μπορούν να υποστηρίξουν το παιδί τους. Σε έναν κόσμο που όλα μοιάζουν έτοιμα να καταρρεύσουν από στιγμή σε στιγμή και η σταθερότητα είναι μια λέξη άγνωστη, η οικογένεια της Μέργεμ μένει το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς, ακόμα και αν υπάρχουν συγκρούσεις και διαφορές.
Η Μέργεμ αντιμετωπίζει τον κόσμο έχοντας την οικογένειά της και τις φίλες της σαν ασπίδα. Προσπαθεί να αποφύγει την άμεση ρήξη και εξωτερικεύει πολλές σκέψεις της μέσα από φόρουμ fanfiction (μια μορφή ερασιτεχνικής γραφής, στην οποία θαυμαστές δημιουργούν δικές τους ιστορίες βασισμένες σε ήδη υπάρχοντα έργα: βιβλία, ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, κόμικς, βιντεοπαιχνίδια). Δεν αποζητά την ολοκληρωτική νίκη απέναντι στο σύστημα -γίνεται εξάλλου κάτι τέτοιο;-αλλά τις μικρές καθημερινές νίκες. Προσπαθεί να θέσει τα όριά της ή τουλάχιστον να βρει αχτίδες φωτός στη δύσκολη καθημερινότητά της.
Ο «Σουπερόσαυρος» είναι ένα βιβλίο οικείο, ένα βιβλίο για τη γενιά του ’90, για εκείνους που μεγάλωσαν ανάμεσα σε υποσχέσεις, οικονομική κρίση και απογοητεύσεις. Ενα βιβλίο που μας θυμίζει ότι για τους λιγότερο προνομιούχους, τελικά όλοι οι τόποι είναι ίδιοι. Ιδιος ο αγώνας, ίδιες οι ελπίδες.
Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Carnivora, σε μετάφραση Ιφιγένειας Ντούμη. Επιμέλεια-διορθώσεις: Ασπασία Καμπύλη και Χριστίνα Φιλήμονος.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (24-01-2026)