Μαγγελάνος
★★★½☆☆ (Magalhães, Πορτογαλία, Φιλιππίνες, 2025, 180’)
Σκηνοθεσία: Λαβ Ντίαζ
Ηθοποιοί: Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Άντζελα Αζεβέδο, Αμάδο Αρτζέι Μπαμπόν
Ο Φιλιππινέζος σκηνοθέτης Λαβ Ντίαζ, γνωστός από τις ταινίες του «Norte, the End of History» (2013), που προβλήθηκε στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών, και τη βραβευμένη με Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας «Η γυναίκα που έφυγε» (The Woman Who Left, 2016), αποφασίζει στη νέα του ταινία να εξιστορήσει τη ζωή του Πορτογάλου εξερευνητή Φερδινάνδου Μαγγελάνου, ο οποίος ηγήθηκε της αποστολής με την οποία πραγματοποιήθηκε ο πρώτος περίπλους της Γης.
Η ιστορία του ξεκινά από την άλωση της Μαλάκκα, όπου ο Μαγγελάνος πήρε μέρος, και με χρονικά άλματα βλέπουμε τον γάμο του με τη Βεατρίκη, την απόρριψη του τολμηρού σχεδίου του να πλεύσει δυτικά προς τις Μολούκες νήσους από τον βασιλέα Εμμανουήλ Α’, καθώς και την απόκτηση της ισπανικής υπηκοότητας, προκειμένου να εκτελέσει το σχέδιό του για χάρη της Ισπανίας. Ο Ντίαζ καταγράφει το ταξίδι ως μια κάθοδο στην κόλαση, μέχρι να φτάσουν στις σημερινές Φιλιππίνες, όπου και πεθαίνει στη Μάχη του Μακτάν.
Υπηρετώντας το προσωπικό του slow σινεμά, μέσα από μια μινιμαλιστική προσέγγιση, ο Ντίαζ κατασκευάζει μια ταινία που διαθέτει άρτια παραγωγή: από την κατασκευή των οικημάτων των ιθαγενών, τις πανοπλίες των κονκισταδόρων μέχρι και την καραβέλα, έχοντας ως πρωταγωνιστή έναν διεθνούς φήμης ηθοποιό, τον Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ («Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας», 2004). Η ιστορία όμως που αφηγείται δεν είναι μια ιστορία εξερεύνησης, ανδρείας και ηρωισμού. Δεν είναι το δυτικό αφήγημα όπου η Εποχή των Ανακαλύψεων εξυμνείται, αλλά μια ιστορία άρρηκτα συνδεδεμένη με τις βάρβαρες πράξεις των Δυτικών στο όνομα της θρησκείας, του εκπολιτισμού των «άγριων» ειδωλολατρών και εν τέλη την διάβρωσης της πολιτισμικής ταυτότητας του γηγενούς πληθυσμού.
Η βία είναι ένα από τα κεντρικά θέματα της ταινίας, αλλά η ανάδειξή της δεν έρχεται στο προσκήνιο μέσα από ένα έργο που επιδιώκει τη συναισθηματική φόρτιση του θεατή ή επιχειρεί να του προκαλέσει αποτροπιασμό δείχνοντας σκληρές εικόνες (όχι ότι αυτές λείπουν από την ταινία), αλλά ο Ντίαζ την κρύβει μέσα στα στατικά, γενικά πλάνα του, τοποθετώντας την με ακρίβεια μέσα στο αχανές φυσικό τοπίο. Η βία υπονοείται, ποτέ δεν γινόμαστε μάρτυρες μιας μεγάλης μάχης, αλλά μόνο του αποτελέσματος οποιασδήποτε σύγκρουσης, με σώματα νεκρών να κείτονται στο έδαφος, χωρίς ποτέ η κάμερα να πλησιάζει για ένα κοντινό. Για τον Ντίαζ, η βία δεν χρειάζεται κοντινά, αλλά δηλώνεται μέσα από την αποστασιοποίηση των γενικών του πλάνων.
Τα πλάνα του είναι συνθέσεις που θυμίζουν αναγεννησιακούς πίνακες και μοιάζουν με tableaux vivant. Μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας Artur Tort («Pacifiction», σκην. Άλμπερτ Σέρα, 2022), δημιουργεί μια ατμόσφαιρα όπου ο θεατής σπάνια γίνεται μάρτυρας του ηλιόλουστου φωτός και όταν αυτό συμβαίνει, υπάρχει μια εφιαλτική διάσταση. Όλη η ταινία «σκεπάζεται» από μια σκιά θανάτου, μια έντονη μυρωδιά σήψης που μοιάζει να αναδύεται μέσα από τους πόρους της κινηματογραφικής οθόνης. Όλα τα κάδρα, από τη φύση μέχρι τις στιγμές στο πλοίο ή την εικόνα των γυναικών που περιμένουν δίπλα στη θάλασσα να μάθουν νέα για τους αγαπημένους τους (μια στιγμή αποτυπωμένη υπέροχα, σαν ζωγραφικός πίνακας που με λεπτότητα, σημειώνει τον πόνο της απώλειας αλλά και τον παραλογισμό όλων αυτών των ταξιδιών), έχουν σκηνοθετηθεί με μια απίστευτη ακρίβεια που δεν μπορείς παρά να την θαυμάσεις.
Ο Γκαρσία Μπερνάλ στέκεται αγέρωχος, σχεδόν αμίλητος. Παρόλο που μέσα στην ταινία η μορφή του διαγράφεται συχνά από μακριά, σε γενικά πλάνα, σχεδόν χαμένος μέσα στο τοπίο που τον περιβάλει, η στάση του σώματός του και οι κινήσεις του αποπνέουν μια σκληράδα, μπροστά μας στέκεται ένας άνθρωπος πεπεισμένος για την αποστολή του. Όχι γιατί πιστεύει στον βασιλιά ή στον Θεό του, - οι πράξεις του δείχνουν ότι η πίστη του είναι ψεύτικη, σχεδόν μια αυτοματοποιημένη ανάγκη που επιβάλει η εποχή του -, αλλά γιατί είναι πεισματάρης, υπερόπτης, ένας άνθρωπος που αποζητά εξουσία, δόξα και πλούτο. Η μορφή του στη ταινία αποτελεί περισσότερο ένα σύμβολο παρά έναν χαρακτήρα.
Η ταινία του Ντίαζ καταφέρνει να σε μαγνητίσει, να σε υπνωτίσει αλλά, δυστυχώς, και να σε κουράσει ταυτόχρονα. Η αποστασιοποίηση που χτίζει ίσως να μη φανεί σε όλους τους θεατές κάτι ευχάριστο. Δεν υπάρχει ευθύ κατηγορώ, ο Ντίαζ δεν υψώνει τη φωνή του, αλλά στοχάζεται με μια ποιητική ματιά (που για κάποιους μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικά χαλαρή καταδίκη των όσα συμβαίνουν στην οθόνη). Στέκεται πολύ στο φορμαλιστικό κομμάτι, το σινεμά του ακροβατεί μερικές φορές ανάμεσα στο οπτικό και το άνευ ουσίας εγχείρημα που δεν επιτρέπει πάντα στον θεατή να ξεπεράσει το πρώτο εμπόδιο μιας arthouse ταινίας και να αντιληφθεί την πραγματική διάσταση των όσων θέλει να πει.
*Η κριτική δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (09-04-2026)