Michael
★☆☆☆☆ (ΗΠΑ, 2026, 130’)
Σκηνοθεσία: Αντουάν Φουκουά
Ηθοποιοί: Τζαφάρ Τζάκσον, Νάια Λονγκ, Λόρα Χάριερ
Οι κινηματογραφικές βιογραφίες πάντα πυροδοτούν συζητήσεις για το πώς παρουσιάζονται τα γεγονότα και κατά πόσο μπορούν, μέσα από τη μυθοπλασία, να αναπαραστήσουν και να δώσουν μια καθαρότερη εικόνα της προσωπικότητας με την οποία καταπιάνονται. Όταν λοιπόν μιλάμε για τη μεταφορά της ζωής ενός εμβληματικού σταρ, ενός pop idol, ενός ομολογουμένως τεράστιου καλλιτέχνη, όπως ο Μάικλ Τζάκσον, που ταυτόχρονα υπήρξε και μια βαθιά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, έχοντας κατηγορηθεί για κακοποίηση ανηλίκων, τότε η συζήτηση γίνεται πιο σοβαρή και η κριτική μιας τέτοιας ταινίας οφείλει να εξετάσει και τα δύο σκέλη: τόσο το καλλιτεχνικό όσο και το ηθικό της κομμάτι.
Στην περίπτωση της νέας ταινίας του Αντουάν Φουκουά («Ημέρα Εκπαίδευσης», 2001), ο σκηνοθέτης ακολουθεί όλα τα κλισέ του είδους, χωρίς να υπάρχει πραγματική διάθεση να εξερευνήσει την προσωπικότητα του Τζάκσον. Η ταινία ξεκινά από τα παιδικά του χρόνια, εστιάζει στη δύσκολη σχέση με τον πατέρα του και καλύπτει συνοπτικά την πορεία από τους Jackson 5 έως την κορύφωση της καριέρας του τη δεκαετία του ’80.
Ο Φουκουά σπαταλάει τον κινηματογραφικό χρόνο σε αναπαραστάσεις πραγματικών στιγμών, όπως η εμφάνισή του Τζάκσον στην τηλεοπτική εκπομπή Motown 25: Yesterday, Today, Forever, στιγμών που ο θεατής εύκολα τις βρίσκει σε μια απλή αναζήτηση στο Youtube, με τον αυθεντικό Μάικλ Τζάκσον να τις εκτελεί, ενώ ανάμεσα σε αυτές τις αναπαραστάσεις παρεμβάλλεται μια απλοϊκή εξιστόρηση της ζωής του, γεμάτη πληροφορίες που μπορεί κανείς να βρει σε άρθρα, βιβλία ή τηλεοπτικές εκπομπές. Ο Τζααφάρ Τζάκσον μιμείται καλά τις κινήσεις του θείου του και όλα τα γνωστά τραγούδια του «Βασιλιά της Pop» ακούγονται δυνατά αλλά αυτό δεν αρκεί για να κατασκευάσεις μια ουσιώδη βιογραφία.
Έχοντας λοιπόν αναλύσει το καλλιτεχνικό κομμάτι, μπορούμε να επικεντρωθούμε στο πιο ουσιαστικό και προβληματικό σημείο της βιογραφίας: τον λόγο ύπαρξής της. Είναι ξεκάθαρο ότι οι δημιουργοί επιχειρούν να «καθαρίσουν» την εικόνα του τραγουδιστή και το κάνουν με τρόπο άγαρμπο και συχνά κραυγαλέο.
Ο Τζάκσον εμφανίζεται διαρκώς ως ένας ενήλικας που «κουβαλά» μια αθωότητα και παιδικότητα, ένα τραυματισμένο παιδί που κακοποιήθηκε σωματικά και ψυχικά από τον πατέρα του και δεν ανέπτυξε ποτέ φυσιολογικές παιδικές σχέσεις, βρίσκοντας καταφύγιο στη φαντασία, στα ζώα και στη φιγούρα του Πίτερ Πάν, η οποία ενέπνευσε και το ράντσο Neverland. Ταυτόχρονα, με έναν αρκετά επιτηδευμένο τρόπο, οι δημιουργοί ενσωματώνουν σκηνές όπου ο Τζάκσον επισκέπτεται παιδικά νοσοκομεία, τονίζοντας μας συνεχώς ότι η σχέση του με τα παιδιά ήταν σχέση αγάπης και φροντίδας.
Μέσα από αυτές τις επιλογές, διαμορφώνεται μια αγιογραφική εικόνα του Τζάκσον, που προσπαθεί να δώσει ένα είδους συχωροχαρτιού για τις μετέπειτα κατηγορίες και να αναδιαμορφώσει την υστεροφημία του και τελικά η ταινία είναι περισσότερο μια απάντηση σε αυτούς που τον κατηγόρησαν παρά μια καλλιτεχνική πρόταση.
*Η κριτική δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (23-04-2026)