Ο Ήχος της Πτώσης

★★★★☆ (Sound of Falling, Γερμανία, 2025, 149’)

  • Σκηνοθεσία: Μάσα Σιλίνσκι

  • Ηθοποιοί: Χάνα Χεκτ, Λένα Ουρζεντόφσκι, Σούζαν Γουέστ

Υπάρχουν διάφορα στοιχεία στη δεύτερη μεγάλου μήκους -και βραβευμένη με το Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Κανών, 2025- ταινία της Μάσχα Σιλίνσκι που θυμίζουν έντονα το έργο του Γουίλιαμ Φόκνερ (1897-1962). Οι ηρωίδες της κινούνται μέσα σε μια αφήγηση όπου ο χρόνος δεν είναι γραμμικός αλλά τις διαπερνά και οι ιστορίες τους διαμορφώνονται μέσα από μια υποκειμενική μνήμη που αντιστέκεται, καθώς και από τα τραύματα των προηγούμενων γενεών.

Τέσσερα νεαρά κορίτσια μεγαλώνουν σε μια απομονωμένη αγροικία στη βόρεια Γερμανία. Τις χωρίζουν δεκαετίες, όμως καθώς οι ιστορίες τους ξεδιπλώνονται, αναδύονται όλα όσα τις ενώνουν, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς την ταινία της Σιλίνσκι, η οποία λειτουργεί ως μια εμπειρία θέασης που καλεί τον θεατή να βρίσκεται πνευματικά στην αίθουσα (σίγουρα προϋποθέτει και μια δεύτερη προβολή για να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη εικόνα), ώστε να καταφέρει να αποκωδικοποιήσει το νόημά της. Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο έργο, γεμάτο λεπτομέρειες, που δεν αποζητά τη συναισθηματική ταύτιση αλλά επιχειρεί να καταγράψει το τι σημαίνει διαγενεακό τραύμα και τη σημασία της απελευθέρωσης από αυτό.

Ο ιμπρεσιονισμός της Σιλίνσκι συνδέεται με έντονα γοτθικά στοιχεία. Το αγρόκτημα αποκτά μια μεταφυσική ιδιότητα: ο τόπος έχει εμποτιστεί από μνήμες, βάσανα και τις ζωές τεσσάρων γενεών που προσπαθούν να υπερκεράσουν τα τραύματα του παρελθόντος και να βγουν στο φως. Η εικόνα, «ποτισμένη» από καφέ και κίτρινους τόνους, θυμίζει μια ξεθωριασμένη φωτογραφία που ανέσυρε κάποιος από ένα μπαούλο, ενώ ο ήχος δομεί μια ατμόσφαιρα που κινείται ανάμεσα σε σιωπές, ψιθύρους και ήχους που μοιάζουν να ζωντανεύουν το σπίτι και να του δίνουν μια οντότητα, σαν να θέλει κάτι να πει.

Η ταινία της Σιλίνσκι, παρότι σε ορισμένες στιγμές μοιάζει να λυγίζει κάτω από το βάρος της δαιδαλώδους αφήγησης που συμπυκνώνει διάφορες θεματικές, καταφέρνει πάντα να βρίσκει διέξοδο. Αξιοποιεί στο έπακρο την ικανότητά της να μεταπηδά χρονικά μέσω της ευρηματικής χρήσης των πλάνων και ανάγει την ταινία σε μια τρομακτική εμπειρία, που όχι μόνο σε βυθίζει στον ψυχισμό των γυναικών, αλλά σε βοηθά να αντιληφθείς βαθύτερα τι σημαίνουν τα διαγενεακά τραύματα – τραύματα που στο έργο της γεννιούνται κυρίως μέσα από την εξουσία της πατριαρχίας.

*Η κριτική δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (05-02-2026)

Previous
Previous

Από τι Είμαστε Φτιαγμένοι

Next
Next

Κάποτε στη Γάζα