Superman

★★☆☆☆ (Η.Π.Α., 2025, 129’)

  • Σκηνοθεσία: Τζέιμς Γκαν

  • Ηθοποιοί: Ντέιβιντ Κόρενσγουετ, Ρέιτσελ Μπρόσναχαν, Νίκολας Χουλτ, Εντι Γκάθεγκι

Ο Σούπερμαν, δημιουργία των Τζέρι Σίγκελ και Τζο Σάστερ, έχει μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο: από την κλασική ταινία του Ρίτσαρντ Ντόνερ («Superman», 1978, 143’), στην οποία συμμετείχε ως συν-σεναριογράφος ο Μάριο Πούζο, συγγραφέας του «Νονού», με τον αξέχαστο Κρίστοφερ Ριβ, έως τον μέτριο «Σούπερμαν: Η Επιστροφή» (2006, 154’) του Μπράιαν Σίνγκερ και τον αδιάφορο «Ανθρωπο από Ατσάλι» (2013, 143’) του Ζακ Σνάιντερ. Τώρα, τη σκυτάλη αναλαμβάνει ο έμπειρος Τζέιμς Γκαν («Φύλακες του Γαλαξία», 2014, 122’, «The Suicide Squad», 2021, 132’), παρουσιάζοντας τη δική του εκδοχή του εμβληματικού ήρωα.

Ο Σούπερμαν του Γκαν δεν επαναπροσδιορίζεται, αντίθετα, τον βλέπουμε ήδη να ζει στη Μητρόπολη και να εργάζεται στην Daily Planet, διατηρώντας σχέση με τη Λόις Λέιν (Ρέιτσελ Μπρόσναχαν) και συνεχίζοντας να σώζει τον κόσμο ως Σούπερμαν. Η πλοκή επικεντρώνεται στην αναζήτηση της καταγωγής του και του σκοπού της ύπαρξής του στη Γη, ενώ παράλληλα έρχεται αντιμέτωπος με τον Λεξ Λούθορ. Ο τελευταίος, μέσω τεχνασμάτων και παραπληροφόρησης, προσπαθεί να χειραγωγήσει την αμερικανική κυβέρνηση και την κοινή γνώμη, παρουσιάζοντας μια ψευδή εικόνα του Σούπερμαν και στρέφοντάς τους εναντίον του.

Ο Ντέιβιντ Κόρενσγουετ ενσαρκώνει τον Κλαρκ Κεντ και μαζί με τον εξαιρετικό Νίκολας Χουλτ στον ρόλο ενός αμείλικτου Λεξ Λούθορ «κουβαλούν» ερμηνευτικά μια ταινία που από την αρχή μοιάζει χωρίς σαφή κατεύθυνση. Το φιλμ περιπλανιέται σε έναν λαβύρινθο ιδεών που μένουν ανολοκλήρωτες. Οπτικά και ηχητικά εντυπωσιακή, η ταινία του Τζέιμς Γκαν –που υπογράφει και το σενάριο– αδυνατεί να προσφέρει συναισθηματικό βάθος και ηρωισμό (απαραίτητο στοιχείο σε μια ταινία με τον Σούπερμαν) και τελικά οι ιδέες του είναι μια μίξη σάτιρας, σχολιασμού της σημερινής πραγματικότητας (instagram, fake news, bots) και της πολιτικής κατάστασης του πλανήτη, με μια όμως ρηχή και παρωχημένη αισθητική, αφήνοντας τελικά τον θεατή παγερά αδιάφορο για όσα διαδραματίζονται στην οθόνη.

Σεναριακά, η ταινία δεν καταφέρνει να σε εκπλήξει, ούτε να σε καθηλώσει. Αν και αποφεύγει ευτυχώς τις περιττές επεξηγήσεις για το ποιος είναι ποιος και δεν σπαταλά χρόνο στο να «χτίσει» από την αρχή το σύμπαν του Σούπερμαν, το σενάριο μοιάζει να κινείται μηχανικά προς τα εμπρός, χωρίς πραγματική συναισθηματική επένδυση στους χαρακτήρες. Ολα στην ταινία μοιάζουν σαν να τρέχουν τόσο γρήγορα όπως ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της, το σενάριο ξεδιπλώνει την πλοκή του (ή μάλλον την αποκαλύπτει τόσο εύκολα, που δεν υπάρχει καμία αγωνία στο τι θα συμβεί), με την όποια ανατροπή να μην υφίσταται. Αισθάνεσαι ότι απλώς παρακολουθείς τα γεγονότα σε αποσπασματικό χρόνο. Μεγάλη εξαίρεση αποτελεί η σχέση του Κλαρκ Κεντ με τη Λόις Λέιν, που έχει σκιαγραφηθεί με ικανοποιητικό τρόπο, χωρίς όμως και αυτή ποτέ να σε αγγίζει συναισθηματικά. Η ταινία ποτέ δεν εκμεταλλεύεται τον μύθο του Σούπερμαν, τη διπλή του ταυτότητα, τις ανθρώπινες σχέσεις του και –το πιο σημαντικό– δεν αναπτύσσει καθόλου τη δυναμική ανάμεσα στον ήρωα και τον Λεξ Λούθορ. Εστιάζει στην ανθρώπινη πλευρά του Σούπερμαν, χωρίς όμως να τη συνδέει ουσιαστικά με τον κόσμο γύρω του.

Το μεγάλο μειονέκτημα της ταινίας –που θα μπορούσε όμως να λειτουργήσει και υπέρ της– είναι ότι αργεί να εισέλθει στη δράση. Οταν όμως αυτό συμβαίνει, η ταινία πραγματικά «λάμπει». Ο Τζέιμς Γκαν γνωρίζει πώς να σκηνοθετεί έντονες σκηνές, χορογραφώντας εντυπωσιακά τις συγκρούσεις και προσφέροντας αυτό που ζητά κανείς από μια υπερηρωική ταινία: δράση και ηρωισμό. Αν και υπάρχουν διάσπαρτες σκηνές δράσης και η ομάδα Justice Gang εισάγεται με απολαυστικό τρόπο –με τον Νέιθαν Φίλιον να ξεχωρίζει ως Guy Gardner/Green Lantern, διατηρώντας το χαρακτηριστικό κούρεμα από τα κόμικς (που ίσως διεκδικεί τον τίτλο του χειρότερου κουρέματος στην ιστορία του σινεμά)–, τίποτα δεν συγκρίνεται με το τελευταίο μισάωρο, όπου η ένταση κορυφώνεται και η ταινία αποκτά επιτέλους ρυθμό. Ο Γκαν προσπαθεί σε όλη τη διάρκεια της ταινίας να ισορροπήσει τη δράση με μια βαθύτερη ανάλυση του ψυχισμού του Σούπερμαν, αποτυγχάνοντας όμως, και έτσι το τελευταίο μισάωρο έρχεται σαν μια κάθαρση: τουλάχιστον απολαμβάνεις επιτέλους πολύ καλές σεκάνς δράσης, σε ακόμα μία, δυστυχώς, ταινία της DC που στερείται συναισθηματικό βάθος και προπάντων σενάριο.

*Η κριτική δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (10-07-2025)

Previous
Previous

Sorry, Baby

Next
Next

Το 47