Μάρκο: μια επινοημένη αλήθεια


★★★½☆☆ (Marco, the Invented Truth, Ισπανία, 2024, 101’)

  • Σκηνοθεσία: Τζον Γκαράνιο & Αϊτόρ Αρεγκί

  • Ηθοποιοί: Εντουάρντ Φερνάντεθ, Ναταλί Πόθα

Η πολυβραβευμένη ταινία των Τζον Γκαράνιο & Αϊτόρ Αρεγκί αφηγείται την ιστορία του Ενρίκ Μάρκο, ενός άνδρα που επί δεκαετίες παρουσίαζε τον εαυτό του ως επιζώντα των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης -στα οποία είχαν εκτοπιστεί περισσότεροι από 9.000 Ισπανοί- μέχρι του σημείου να οριστεί μάλιστα πρόεδρος της ισπανικής Ενωσης Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, για να αποκαλυφθεί τελικά ότι δεν είχε εκτοπιστεί ποτέ σε κανένα στρατόπεδο και ότι όλο το αφήγημά του ήταν ένα ψέμα.

Ξετυλίγοντας μια ιστορία παράλογη αλλά απολύτως αληθινή, το σκηνοθετικό δίδυμο παραδίδει μια ταινία που ισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα σε ένα καλά δομημένο θρίλερ και μια κωμικοτραγική ιστορία. Το έργο πραγματεύεται ένα ζήτημα που, ιδίως σήμερα με την εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης, μοιάζει πιο επίκαιρο από ποτέ: την «κατασκευή της αλήθειας» και την εκμετάλλευση της ιστορικής μνήμης για προσωπικό όφελος.

Είναι λίγο αστείο και ταυτόχρονα εξοργιστικό να παρακολουθεί κανείς τον πρωταγωνιστή να συζητά και να επικρίνει τη συναισθηματική χειραγώγηση που συχνά συνοδεύει τη μνήμη του Ολοκαυτώματος, ενώ ο θεατής γνωρίζει ποιος πραγματικά είναι και ποια ψεύδη έχει κατασκευάσει. Η δύναμη της ταινίας έγκειται ακριβώς σε αυτή τη λεπτομέρεια: ο Μάρκο παρουσιάζεται μέσα από τις προσωπικές του στιγμές και το οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον, απ’ όπου αναδύεται μια αίσθηση οικειότητας και ζεστασιάς.

Αν ο θεατής αγνοούσε ότι πρόκειται για έναν δεινό απατεώνα, θα μπορούσε να τον συμπαθήσει ως έναν φιλικό και καλοκάγαθο γείτονα. Ωστόσο, η γνώση της αλήθειας μετατρέπει αυτή τη συμπάθεια σε αποστροφή, καθώς γίνεται σαφές ότι ο Μάρκο εκμεταλλεύεται ένα τόσο ευαίσθητο ιστορικό ζήτημα αποκλειστικά για προσωπικό όφελος. Ο ήρωας οικειοποιείται την Ιστορία για να κερδίσει αναγνώριση και κοινωνική αποδοχή: ένα βλέμμα συμπόνιας, ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, τη δυνατότητα να μιλά σε σχολεία για τη φρίκη των στρατοπέδων.

Οι σκηνοθέτες επιλέγουν να αφηγηθούν αυτήν την ιστορία εστιάζοντας αποκλειστικά στον Μάρκο. Η ερμηνεία του Εντουάρντ Φερνάντεθ –γνωστού από την πρόσφατη ταινία «47» (El 47, 2024, 110’)– αποδίδει με υποδειγματική ακρίβεια την αλαζονεία, τον ναρκισσισμό αλλά και τη βαθιά υπαρξιακή κενότητα του χαρακτήρα. Η ερμηνεία αυτή, η οποία τιμήθηκε με το Βραβείο Γκόγια, αποτελεί και ένα από τα δυνατά χαρτιά της ταινίας. Για τους δημιουργούς, το «γιατί» δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία. Προτιμούν να αναδείξουν την προσωπικότητα ενός ανθρώπου που δεν αποκόμισε υλικά κέρδη από το ψέμα του, αλλά «τάιζε» τον ναρκισσισμό του. Μέσα από αυτήν την οπτική, η ταινία φωτίζει τη μίζερη, εγωιστική εμμονή του ήρωα, αποκαλύπτοντας τα όρια της ανθρώπινης ανάγκης για αποδοχή και επιβεβαίωση.

Οσο καλά σκιαγραφείται ο Μάρκο, τόσο πιο αδύναμη παραμένει η ψυχογράφηση των δευτερευόντων χαρακτήρων, με αποτέλεσμα η αλληλεπίδρασή του μαζί τους να μοιάζει σε ορισμένες στιγμές κενή και άνευρη. Παράλληλα, αν και η ταινία διατηρεί την έντασή της, δεν εξερευνά επαρκώς τις επιπτώσεις του ψεύδους του Μάρκο και εγκλωβίζεται σε μια κυκλική αφήγηση που ανακυκλώνει την ελκυστική αλλά περιορισμένη ιστορία του.

Παρά τα αφηγηματικά κενά, η ταινία συνιστά μια εύστοχη μελέτη πάνω στην ανθρώπινη φύση, στη σημασία του ψεύδους και στις προεκτάσεις του και σε ωθεί να αναλογιστείς τα γεγονότα, ενώ παραμένει ταυτόχρονα συναρπαστική.

*Η κριτική δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (28-08-2025)


Next
Next

Weapons