Sirât

★★★½☆☆ (Ισπανία, Γαλλία, 2025, 114’)

  • Σκηνοθεσία: Όλιβερ Λάσε

  • Ηθοποιοί: Σερζί Λοπέζ, Μπρούνο Νιουνέζ, Αρζόνα Ρίτσαρντ Μπελαμί

Sirât: το στενό και επικίνδυνο μονοπάτι που σύμφωνα με το Ισλάμ καλούνται να διασχίσουν οι ψυχές μετά τον θάνατο για να φτάσουν στον Παράδεισο. Ενα αντίστοιχο μονοπάτι καλούνται να διαβούν και οι ήρωες του Ολιβερ Λάσε, ο οποίος υπογράφει ένα υπαρξιακό road movie, βραβευμένο με το Βραβείο της Επιτροπής στις Κάνες και υποψήφιο στα φετινά Οσκαρ σε δύο κατηγορίες: Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας και Ηχου.

Ενας πατέρας και ο γιος του φτάνουν σε ένα rave βαθιά στα βουνά του νότιου Μαρόκου, αναζητώντας τη Mar, κόρη και αδελφή που εξαφανίστηκε μήνες πριν σε ένα από αυτά τα ατελείωτα πάρτι. Μοιράζουν τη φωτογραφία της από χέρι σε χέρι, χωρίς αποτέλεσμα. Η ελπίδα σβήνει, όμως δεν εγκαταλείπουν. Τελικά, αποφασίζουν να ακολουθήσουν μια ομάδα ravers που κατευθύνεται προς ένα τελευταίο πάρτι στην έρημο. Καθώς προχωρούν όλο και βαθύτερα στην καυτή, αφιλόξενη ερημιά, το ταξίδι αυτό τους αναγκάζει να έρθουν αντιμέτωποι με τα ίδια τους τα όρια.

Εντυπωσιακό ως προς την εικόνα του, με τον διευθυντή φωτογραφίας Μάουρο Ερσέ να «αιχμαλωτίζει» τη δύναμη της ερήμου, η οποία μετατρέπεται σε ένα είδος καθαρτηρίου για τους ήρωες, αλλά ως και προς τον σχεδιασμό ήχου, που αναμειγνύει την ξέφρενη ηλεκτρονική μουσική με την επιβλητική σιωπή της ερήμου, δημιουργώντας μια έντονη ακουστική εμπειρία που αποκτά υπαρξιακή διάσταση, η οποία κατά διαστήματα διακόπτεται από εκκωφαντικές εκρήξεις και στιγμές πλήρους διάλυσης.

Ο εντυπωσιασμός του Sirât αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματά του και λειτουργεί ως μηχανισμός πρόκλησης και κατεύθυνσης του βλέμματος του θεατή, οδηγώντας τον σε ένα βαθύτερο νόημα: την κατάρρευση ενός κόσμου που αδιαφορεί και έχει εξαντλήσει κάθε απόθεμα υπομονής. Στο φόντο της ταινίας σκιαγραφείται η απειλή ενός επικείμενου Τρίτου Παγκόσμιου Πολέμου, ενώ οι ήρωες περιπλανώνται στην έρημο αναζητώντας μια ελπίδα διαφυγής από την επερχόμενη καταστροφή. Για τον δημιουργό αυτή η διαφυγή θα έλθει μόνο μέσα από τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη, όμως υπάρχουν διαστήματα που η ταινία καταφεύγει σε έναν ηδονικό πεσιμισμό, ο οποίος διαβρώνει το κεντρικό της νόημα.

Ο Λάσε επιλέγει μια σχεδόν κυκλική αφήγηση, βασισμένη στην επανάληψη, η οποία επιμηκύνει τη δοκιμασία των χαρακτήρων και προσδίδει στην ταινία μια μεταφυσική διάσταση. Ομως η τεχνική αυτή δεν λειτουργεί πάντα αποτελεσματικά. Συχνά απογυμνώνει τους χαρακτήρες από κάθε ανθρώπινη υπόσταση και τους τοποθετεί σε ένα αυστηρό συμβολικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα να μην έχουν συναισθηματικό βάθος. Λόγω αυτού, η αφήγηση φτάνει σε τέλμα καθώς δεν δείχνει να κινείται κάπου και εγκλωβίζεται, με συνέπεια η ταινία να μετατρέπεται σε μια καλοστημένη αισθητικά αλληγορία.

*Η κριτική δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (29-01-2026)

Previous
Previous

Κάποτε στη Γάζα

Next
Next

Η Καρδιά του Ταύρου